Το Νέο βιβλίο του π. Στεφάνου «Τοις Κατά Πρόθεσιν Κ»

ΤΟΙC ΚΑΤΑ ΠΡΟΘΕCΙΝ ΚΛΗΤΟΙC

DSC_2617

Το βιβλίο περιέχει επίκαιρες πνευματικές προσεγγίσεις στην προς Ρωμαίους Επιστολή.

Χρονολογία έκδοσης: 2013
Σελίδες: 375

Διαστάσεις: 17×24
Εξώφυλλο: Μαλακό

Το βιβλίο έχει εξαντληθεί.

Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» για κληρικούς και λαϊκούς

Κάποτε, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είχε μία συζήτηση με έναν σεβάσμιο Γέροντα, ονόματι  Ιώβ.

Ο Άγιος υπεστήριζε ότι όλοι:  νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, μοναχοί και λαϊκοί, μικροί και μεγάλοι, μπορούν να προσεύχωνται αδιαλείπτως, επικαλούμενοι μέσα από την καρδιά τους τον Ιησού και μάλιστα με την καρδιακή λεγομένη Νοερά προσευχή.

Ο μοναχός Ιώβ είχε επίμονα τις αντιρρήσεις του και επέμενε ότι αυτό είναι έργο μόνο των μοναχών και ασκητών της ‘ερήμου’.

Μετά την συνομιλία τους ανεχώρησε ο καθένας στο κελλάκι του. Και θέλησε ο Ιώβ να προσευχηθεί και μάλιστα νοερά. Και να, πως ο Θεός εδικαίωσε τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Στέλνει, λίαν φιλανθρώπως και με άπειρον αγάπη, ουρανόθεν Άγγελο, για να τον διδάξει, ως αμαθή και πείσμονα, εκείνα που δεν γνώριζε, εκείνα που δεν του απεκαλύφθησαν και εκείνα που δεν πίστεψε από το στόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τι άραγε, να του είπε;

Όλος ανέσπερο φως ο θείος Άγγελος είπε στο μοναχό Ιώβ:

-Μην αμφιβάλλεις ουδόλως, ω πρεσβύτα Ιώβ, για όλα εκείνα που σου απεκάλυψε ο ιερός Γρηγόριος. Η καρδιακή προσευχή ανήκει σε όλους και από του νυν ούτω θα φρονείς και ούτω θα ομολογείς.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που συστηματοποίησε την Νοερά προσευχή και άθληση και την πρόσφερε πλέον ως διδασκαλία πνευματικά μεστωμένη, υπεστήριζε ότι πρέπει πρώτα να μάθουν όλοι οι ιερείς να εργάζωνται αυτήν την νοερά εργασία, αρχίζοντας από την προφορική Ευχή, και ύστερα να την προσφέρουν στο ποίμνιό τους και ειδικώτερα στα παιδιά.

Μάλιστα, συνιστούσε ο Άγιος η διδασκαλία να αρχίζει από τα σχολεία. Για τις ημέρες μας όμως αυτό είναι όχι μόνο χίμαιρα, αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος και εξωφρενικό.

Ποιος δάσκαλος σήμερα θα τολμούσε να μιλήσει στα παιδιά για την Νοερά προσευχή;

Κάποιος όμως νεαρός δάσκαλος το τόλμησε πριν από δέκα περίπου χρόνια, σε κάποιο Δημοτικό σχολείο του Κερατσινίου. Συνιστούσε στα παιδιά για ένα λεπτό να λένε όλα μαζί «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Το έλεγαν και κατέβαινε σύννεφο θείας Χάριτος και όλα τα παιδιά ήσαν ήσυχα! Και παρέμεναν ήρεμα μέχρι το τέλος των μαθημάτων. Και αυτήν την ‘Παλαμική’ υπόδειξη την συνέχισε για αρκετά χρόνια, με τα ίδια πάντοτε αποτελέσματα.

Στο βιβλίο ‘Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού’ βλέπουμε στο πρόσωπο του Προσκυνητού να αναζωπυρώνεται ο πόθος για την εφαρμογή του θεόπνευστου ρήματος του Αποστόλου Παύλου: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αυτό το αποστολικό παράγγελμα ήτο που του άναψε τον θεϊκό ζήλο και η λαχτάρα του γι’ αυτό, τον έκανε να ρωτά παντού και να παρακαλεί τον Θεό να του στείλει διδάσκαλο ικανό και απλανή.

Αναφέρεται στο βιβλίο ότι: «Την εσωτερική προσευχή μπορεί να την αποχτήσει και να την κάνει μέσο επικοινωνίας με τον Ιησού ο καθένας. Δεν κοστίζει τίποτα, παρά την προσπάθεια να βυθιστούμε στην σιωπή και στα βάθη της καρδίας μας, καθώς και στη φροντίδα για την όσο το δυνατόν συχνότερη επίκληση του γλυκυτάτου Ονόματος του Ιησού, που γεμίζει τον άνθρωπο με αγαλίαση».

Για να προχωρήσει όμως η νοερά αυτή εσωτερική εργασία, είναι απαραίτητη η παρουσία εμπείρου και απλανούς οδηγού, όπως στην συνέχεια αναφέρει και ο Προσκυνητής: «Ο Πνευματικός οδηγός μου με άφησε να φύγω, δίδοντάς μου την ευλογία του και λέγοντάς μου ότι κατά το διάστημα, που θα έκανα εξάσκηση για την προσευχή, θα έπρεπε συχνά να τον επισκέπτωμαι και να του λέγω με λεπτομέρεια κάθε απορία και δυσκολία, που θα συναντούσα, επειδή η εσωτερική προσευχή δεν μπορεί να προχωρήσει καλά και με επιτυχία, χωρίς την καθοδήγηση του πνευματικού διδασκάλου…

…Βέβαια εις την αρχή τα πράγματα επήγαν καλά, μα έπειτα η προσπάθεια μ’ εκούραζε πολύ. Αισθανόμουν οκνηρία και στενοχώρια. Μ’ εκυρίευε η νύστα και σύννεφα από σκέψεις όλων των ειδών με περικυκλώσανε.

Επήγα με θλίψη εις τον οδηγό μου να εξομολογηθώ την κατάστασή μου. Παιδί μου, μου είπε, ήρθε επάνω σου η επίθεση του κόσμου του σκότους, επειδή ο κόσμος εκείνος τίποτε άλλο δεν έχει χειρότερο από την ιδική μας εγκάρδια προσευχή. Ο κόσμος αυτός του σκότους προσπαθεί με κάθε τρόπο να σ’ εμποδίσει και να σε απομακρύνει από την προσευχή της καρδίας. (Γιατί; Γιατί σε φθονεί, σε ζηλεύει. Γιατί αν κερδίσεις, του πήρες τη θέση. Ποια θέση; Εκείνη, από την οποία εξέπεσε και την οποία έχασε τότε, υπερηφανευθείς και σκεφθείς ισοθεΐαν). Όμως μη φοβείσαι. Ο Θεός ουδέποτε επιτρέπει τον πειρασμό να είναι για τον άνθρωπο μεγαλύτερος από ό,τι χρειάζεται. Φαίνεται πως πρέπει η ταπείνωσή σου να δοκιμαστεί ακόμα, γιατί, παρά τον περίσσιο σου ζήλο (και την προθυμία) είναι ίσως πολύ νωρίςνα πλησιάσεις την υψηλότερη είσοδο της καρδιάς (να εισέλθει, δηλαδή, κάπως βαθύτερα στον χώρο της καρδιάς). Υπάρχει φόβος να πέσεις σε πνευματικό χάος».

Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εμείς, πριν αρχίσουμε την Νοερά προσευχή, καλό θα είναι να επαναλαμβάνουμε το: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» την νοερά και μυστική αυτή προσευχή των αγίων Σου Πατέρων. Και ο Κύριος με κάποιον πιστό δούλο Του, αγαθό και απλανή οδηγό, θα μας διδάξει τον τρόπο, ώστε να μπορούμε κι εμείς να ανοίγουμε και να εκχέουμε την καρδιά μας μπροστά σ’ Εκείνον, τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο και ωραιότερο και ωφελιμότερο από την πνευματική επικοινωνία με τον Χριστό! Προκειμένου λοιπόν να γκρινιάζουμε ή να μουρμουρίζουμε ή να λέμε οτιδήποτε άλλο, άσκοπο ή αμαρτωλό, ας επαναλαμβάνουμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και μέσα στο ναό ακόμα. Σκύψιμο της κεφαλής και «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

  • Γλυκάθηκε ο νους; Ε, δεν ξεκολλά από την Ευχή.
  • «Ηυφράνθη η καρδία»; Σκλαβώθηκε για πάντα από την θεία αγάπη, από τον θείο έρωτα. Άραγε, δεν το έχετε νοιώσει ποτέ αυτό;…

Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει όλους εμάς, που ζούμε μέσα στον κόσμο, τον φοβερά αμαρτωλό και ξεδιάντροπο, είναι να λέμε την Ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», κατ’ αρχάς και για αρκετό καιρό προφορικά, φωναχτά ή ψιθυριστά με το κομποσχοίνι, και ύστερα από μέσα μας, παντού και πάντοτε. Όσο περισσότερο θα λέγεται η Ευχή, με υπομονή και με θέρμη ψυχής, τόσο γρηγορώτερα θα γίνει κτήμα μας ένας νέος τρόπος ζωής. Τότε, εφ’ όσον θα έχουν προηγηθεί αρκετές προσπάθειες και πολλοί πειρασμοί, θα αισθανώμεθα και θα βιώνουμε την προσευχή μέσα μας. Θα πυρπολούμεθα από την Ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», θα γεμίζουμε, θα πληρούμεθα από την χάρι της Ευχής, της Νοεράς προσευχής, και θα καθιστάμεθα ολόκληροι μια προσευχή!…

Και τότε η θεία Χάρις θα λάμπει στο πρόσωπό μας. Μέσα στους πειρασμούς θα έχουμε ειρήνη στην καρδιά. Μέσα στους διωγμούς και στα μαρτύρια, θα έχουμε την χάρι της υπομονής και της ησυχίας από την καλή μαρτυρία της συνειδήσεώς μας. Θα μας θλίβει ο ένας, θα μας κατατρέχει ο άλλος, αλλά μέσα μας θα βασιλεύει μια παράδοξη και ανείπωτη γλυκύτητα.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Η Ευχή μέσα στον κόσμο” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

 

«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται»

«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».

Δηλαδή, μακάριοι είναι όσοι έχοντας ειρήνη μέσα τους, προσπαθούν παράλληλα να ειρηνεύσουν και τους άλλους, διότι αυτοί θα ονομασθούν παιδιά του Θεού.

Με το Μακαρισμό αυτό, ο Κύριος όχι μόνο απαγορεύει να αλληλοτρώγονται και να μισούνται μεταξύ τους οι άνθρωποι, αλλά ζητάει και κάτι πολύ περισσότερο: Να μονοιάζουμε τους αντιμαχόμενους και να φέρνουμε την ειρήνη στα σπίτια τους και προπαντός στις ψυχές τους.

Ο Μακαρισμός αυτός συνδέεται άμεσα και με αυτόν που λέγει: «μακάριοι οι πραείς». Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να είναι ο χριστιανός μόνο πράος εσωτερικά, να έχει δηλαδή ειρήνη και γαλήνη στη ψυχή του, αλλά πρέπει και στο χώρο του σπιτιού του και στον επαγγελματικό του χώρο και στο κοινωνικό του περιβάλλον, να εργάζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ειρήνη να μεταδίδεται και μεταξύ των ανθρώπων.

Η υποχρέωση της ειρηνεύσεως είναι πολύ μεγάλη και, όποιος χριστιανός την εκτελεί, γίνεται αληθινό παιδί του Θεού. Γιατί ο Θεός είναι «ο άρχων της ειρήνης» και έτσι ονομάζεται στην Αγία Γραφή. «Ου γαρ εστίν ακαταστασίας ο Θεός, αλλά ειρήνης». Και σε πολλές του επιστολές ο απόστολος Παύλος τελειώνει με την ευχή: «Ο δε Θεός της ειρήνης μετά πάντων υμών».

Για να μπορέσει λοιπόν ο χριστιανός να γίνει «ειρηνοποιός», πρέπει ο ίδιος να έχει ειρήνη μέσα του. Να έχει δηλαδή ειρήνη στους λογισμούς του, ειρήνη στις αισθήσεις του και -γιατί όχι;- ειρήνη στα νεύρα του. Να μη νοιώθει ταραχή και άγχος. Να έχει υποτάξει τις απαιτήσεις της σάρκας του στο θέλημα της καθαρής του ψυχής, που είναι συγχρόνως και θέλημα Θεού.

Πάντως, οι αναστατώσεις, οι διαιρέσεις και οι διαφορές μεταξύ σαρκικών αδελφών, συγγενών, φίλων, συνεταίρων, γειτόνων…, όπως επίσης οι συγκρούσεις και οι πόλεμοι, δεν είναι παρά ‘ζιζάνια’, που σπέρνει ο διάβολος στις καρδιές των ανθρώπων. Έτσι, για ένα ‘τίποτα’, θα λέγαμε, έγινε κι ο πρώτος φόνος, όταν ο Κάιν σκότωσε τον αδελφό του, τον Άβελ. Και από τότε, χιλιάδες χρόνια τώρα, οι φυλές και τα έθνη της γης αλληλοσπαράσσονται συνεχώς, χύνοντας κάθε μέρα αίμα αδελφικό. Ο διάβολος λοιπόν είναι ο εμπνευστής του μίσους και των πολέμων. Είναι αυτός που το σπέρνει και ο άνθρωπος ελεύθερα και με τη θέλησή του δυστυχώς, ανταποκρίνεται στη κακή σπορά και έτσι θερίζει δυστυχία, πόνο και δάκρυα.

Τα αποτελέσματα της διχόνοιας μεταξύ δύο ανθρώπων και προπαντός δύο αδελφών, μεταξύ δύο οικογενειών, μεταξύ δύο παρατάξεων και μεταξύ δύο εθνών, είναι πολύ γνωστά. Τα βλέπουμε στην ιστορία και γύρω μας και μέσα μας. Ιδίως τραγική όμως είναι η διχόνοια, όταν υπάρχει μεταξύ δύο συζύγων. Πηγή δε και κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι τα ανθρώπινα πάθη και η συνέργεια του διαβόλου.

Αλήθεια, είμαστε ειρηνικοί; Έχουμε ειρήνη με τον πλησίον μας; Έχουμε ειρήνη μέσα στο σπιτικό μας; Αν έχουμε ειρήνη, θα περάσει αυτή η ειρήνη και στις καρδιές μας και από τις δικές μας καρδιές θα περάσει και στις καρδιές των παιδιών μας.

Άρα, λοιπόν, και οι καλλιεργούντες ειρήνη θα αποχτήσουν ειρήνη. Ειρήνη την «υπερέχουσα πάντα νουν». Εκείνη την ειρήνη, την οποία δίδει σαν δωρεά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός: «Ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν». Δεν προσφέρει ο Θεός τέτοια ειρήνη, όπως την θέλουν οι άνθρωποι, για να αυξήσουν την αμαρτία τους και τις υλικές ή σωματικές απολαύσεις, αλλά δίνει ειρήνη καρδίας, ειρήνη νου, ειρήνη λογισμών, ειρήνη αισθήσεων, πνευματική ειρήνη, που οδηγεί στον Παράδεισο.

Έτσι, ο πιστός χριστιανός, που έχει μέσα του ειρήνη, που ζει την ειρήνη του Θεού βαθειά μέσα στην ψυχή του, καθίσταται ‘ειρηνοποιός’. Ειρηνεύει τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και τα ζώα. Σαν άνθρωπος του Θεού, εργάζεται για την ειρήνη καταπραΰνοντας τους θυμούς των οργισμένων, λύνοντας τις διαφορές μεταξύ αυτών που φιλονικούν και συμφιλιώνοντας αυτούς που βρίσκονται σε κατάσταση έχθρας.

Και εργάζεται όχι την ειρήνη των πλακάτ και των διαδηλώσεων, αλλά την ειρήνη του Θεού, όπως την έψαλλαν οι Άγγελοι στη Βηθλεέμ, όταν γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός. «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Δηλαδή αυτή την ειρήνη, που γεμίζει τις καρδιές από σεβασμό και αγάπη προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο…

Σ’ ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως, μετά το φαγητό, όταν όλοι οι κρατούμενοι μαζεύτηκαν στη παράγκα και οι πόρτες κλείστηκαν, άναψε καυγάς θανάσιμος ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους και τους εγκληματίες. Επικεφαλής των πολιτικών ήταν ο Αφσένκωφ, δύο τρεις πρώην στρατιωτικοί και πέντε διανοούμενοι, ενώ των ποινικών ο Ιβάν Κάρι, διαβόητος κακοποιός, ταραχοποιός και δολοφόνος.

Οι εγκληματίες χτυπούσαν αλύπητα. Συντριπτική ήταν η υπεροχή τους και βέβαιος ο θρίαμβός τους. Το πάτωμα του θαλάμου είχε κοκκινίσει από το αίμα… Τότε ο πατήρ Αρσένιος έτρεξε και έπεσε στα πόδια του Σαζίκωφ, διαβόητου ποινικού κρατουμένου.

-Ιβάν Αλεξάνδροβιτς! Τον ικέτεψε. Βοηθήστε! Βοηθήστε! Μαχαιρώνουν τους ανθρώπους! Δεν βλέπετε; Ποτάμι το αίμα!… Στο όνομα του Κυρίου σας παρακαλώ, σταματήστε τους. Εσάς θα σας ακούσουν! Ο Σαζίκωφ γέλασε.

-Εμένα θ’ ακούσουν; Εσύ και ο Θεός σου να βοηθήσετε! Α, χα! Για κοίτα! Ο Ιβάν Κάρι θα σφάξει τώρα τον δικό σου, τον Αφσένκωφ! Τους άλλους δύο τους ξάπλωσε κιόλας… Πόσο μακριά είναι ο Θεός σου, παπά!

Αίματα, κραυγές, βλαστήμιες, βογγητά… Το αιώνιο ανθρώπινο δράμα… Με τη ψυχή γεμάτη πόνο, ο πατήρ Αρσένιος τινάχτηκε αστραπιαία καταμεσής της συμπλοκής. Υψώνοντας τα χέρια του, φώναξε δυνατά και καθαρά:

-Στο όνομα του Χριστού, σας προστάζω: Σταματήστε!

Αφού σχημάτισε στον αέρα το σημείο του σταυρού, είπε με χαμηλωμένη φωνή: Φροντίστε τους τραυματίες.

Πήγε και στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι του. Ήταν σαν αλλοπαρμένος. Είχε βυθιστεί στην προσευχή. Δεν έβλεπε και δεν άκουγε τι γινόταν γύρω του, πως ησύχασαν αμέσως όλοι, πως έσυραν ως την έξοδο τους νεκρούς, πως καταπιάστηκαν με την περιποίηση των τραυματιών.

Σε λίγο μέσα στο θάλαμο δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο, πέρ’ από το τρίξιμο των κρεβατιών και τα μουγγρητά ενός βαριά τραυματισμένου.

-Συγχώρεσέ με, πάτερ Αρσένιε…

Η τρεμάμενη φωνή του Σαζίκωφ έκανε τον ‘μπάτουσκα’ ν’ ανοίξει τα μάτια και να επιστρέψει στην πραγματικότητα.

-Συγχώρεσέ με… Δεν πίστευα στο Θεό, μα τώρα αρχίζω να πιστεύω! Τα ‘χω χαμένα… Μεγάλη η δύναμη της πίστεως! Συγχώρεσέ με που σε ειρωνεύτηκα…

Δύο μέρες αργότερα ο Αφσένκωφ γυρίζοντας από τη δουλειά, πλησίασε κι αυτός τον πατέρα Αρσένιο. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η περίσκεψη και η ευγνωμοσύνη.

-Σας ευχαριστώ!… Με σώσατε! Με σώσατε… Η πίστη σας στο Θεό είναι απεριόριστη. Να, βλέποντάς σας, αρχίζω κι εγώ να καταλαβαίνω πως Εκείνος υπάρχει!1

1 Ι. Μ. Παρακλήτου, π. Αρσένιος 1, ο κατάδικος «ΖΕΚ-18376», 2007 σελ 57.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Η Δύναμη του Ευαγγελίου

Μία ιστορία παρμένη από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή» για έναν αξιωματικό που συναντά ο προσκυνητής.

Όταν ήμουν νέος υπηρετούσα στο στρατό έξω εις την ύπαιθρο, όχι στα γραφεία. Ήμουν καλός εις την δουλειά μου και οι ανώτεροί μου αξιωματικοί με αγαπούσαν γιατί ήμουν ένας ευσυνείδητος ανθυπολοχαγός. Ήμουν ακόμη νέος όπως και οι φίλοι μου. Δυστυχώς όμως άρχισα να πίνω και σιγά σιγά το πάθος του ποτού γιγάντωνε μέσα μου. Όταν δεν ήμουν κάτω από την επήρεια του οινοπνεύματος ήμουν τακτικός και καλός αξιωματικός, αλλά όταν έπινα εγινόμουν ανίκανος για κάθε τι, για πολλές μέρες κάθε φορά. Με ανέχθηκαν για αρκετόν καιρόν αλλά μία φορά ύστερα από πολύ ποτό, ασέβησα άσχημα εις τον διοικητή μου και ετιμωρήθηκα με φυλάκιση και υποβιβασμό εις την τάξη του στρατιώτου, για τρία χρόνια. Απειλήθηκα με ακόμη βαρύτερη τιμωρία αν εξακολουθούσα να παραδίδωμαι εις το πάθος μου αυτό της μέθης. Παρ’ όλες τις ποινές όμως και τις απειλές δεν ημπορούσα να κυριαρχήσω εις τον ευατό μου και να θεραπευθώ από το καταραμένο πάθος. Επιχειρούσα αλλά κάθε φορά απετύγχανα. Οι ανώτεροι μου απογοητευμένοι από την κατάστασή μου απεφάσισαν να με στείλουν σε σωφρονιστικές φυλακές. Όταν το έμαθα αυτό, το μαυλό μου πήγε να σταματίσει. Ήμουν απορροφημένος σε θλιβερές σκέψεις μέσα στο στρατώνα, όταν ήλθε εκεί ένας μοναχός που έκανε εράνους για μια εκκλησία. Καθένας μας του έδωσε ότι μπορούσε. Έπειτα ο μαναχός αυτός ήλθε κοντά μου και με ερώτησε γιατί ήμουν τόσο θλιμμένος. Του είπα τι μου συνέβαινε και αυτός με συμπάθησε πολύ για τη δυστυχία μου και μου είπε: «Το ίδιο συνέβηκε, κάποτε και με τον αδερφό μου. Τι νομίζεις, όμως, ότι τον εβοήθησε; Ο πνευματικός του του έδωσε ένα Τετραυάγγελο με αυστηρό κανόνα να διαβάζει ένα κεφάλαιο, χωρίς ούτε μιας στιγμής καθυστέρηση, κάθε φορά που θα αισθανόταν  την επιθυμία να πιει. Εάν η επιθυμία εξακολουθούσε, έπρεπε να προχωρήσει εις το διάβασμα και άλλου κεφαλαίου και άλλου, μέχρις ότου το πάθος θα αναχαιτιζόταν. Ο αδελφός μου ακολούθησε πιστά την συμβουλή του πνευματικού του και έπειτα από λίγο καιρό κατώρθωσε να απαλλαγεί από το πάθος του ποτού. Πάνε δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε και τα χείλη του δεν άγγιξαν ούτε σταλαγματιά από οποιοδήποτε ποτό. Κάνε το ίδιο, και θα δεις ότι και εσύ θα γλιτώσεις από τη δυστυχία αυτή. Έχω ένα Τετραυάγγελο και θα έλθω επίτηδες πάλι, για να σου το φέρω».

Τον άκουσα με προσοχή και μόλις τελείωσε του είπα: «Πως θα μπορέσουν τα Ευαγγέλιά σου να με βοηθήσουν αφού όλες οι προσπάθειες οι δικές μου και των γιατρών απέτυχαν από του να με σώσουν από το πάθος του ποτού»;  Εμίλησα κατ’ αυτόν τον τρόπο γιατί  δεν ήξερα τι είναι το Ευαγγέλιο και δεν το είχα ποτέ διαβάσει. «Μην το λες αυτό» μου είπε, ο μοναχός, «σε βεβαιώνω εγώ ότι θα σε βοηθήσει», και την άλλη μέρα μου έφερε το Τετραυάγγελο.

Το άνοιξα, έρριξα μια ματιά μέσα και είπα: «Δεν το παίρνω , γιατί πως θα το χρησιμοποιήσω μη γνωρίζοντας, όπως οι ιερωμένοι, την παλαιοσλαυονική γλώσσα»; Όμως ο μοναχός προχώρησε για να με βεβαιώσει ότι οι λέξεις αυτές καθ’ αυτές του Ευαγγελίου, είναι γεμάτες από θεία χάρη, και έχουν θεία δύναμη, επειδή με αυτές είναι γραμμένο εκείνο που ο ίδιος ο Θεός παρέδωσε και αποκάλυψε εις τους ανθρώπους. «Δεν πειράζει αν εις την αρχήν δεν καταλαβαίνεις καλά, μόνον προχώρησε εις το διάβασμα με επιμέλεια. Ένας άγιος μοναχός είπε κάποτε: “Εάν συ δεν καταλαβαίνεις τις λέξεις του Ευαγγελίου του Λόγου του Θεού, τα πονηρά πνεύματα καταλαβαίνουν τι διαβάζεις και τρέμουν”. Το πάθος σου για το ποτό είναι οπωσδήποτε σατανική ενέργεια. Θα σου πω και κάτι άλλο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει, ότι και εις το δωμάτιο όπου φυλάσσεται ένα Ευαγγέλιο τα πνεύματα του σκότους κρατούνται έξω από αυτό με τη δύναμή του, μέσα δε εκεί τρέμουν και το σκέφτονται πολύ να κάνουν κακό».

Έδωσα λίγα χρήματα εις τον μοναχό, δεν θυμάμαι πόσα, και αγόρασα το Τετραυάγγελο, το έβαλα μέσα σ’ ένα μπαούλο με άλλα πράγματα και το εξέχασα εκεί. Σε λίγο μία ταραχή για το πάθος του ποτού άρχισε να με φοβίζει. Μία ακατανίκητη επιθυμία για να πιω μ’ έκανε ώστε, σαν τρελός να σπεύσω να ανοίξω το μπαούλο για να πάρω κάμποσα χρήματα και να τρέξω στο ποτό. Αλλά τα μάτια μου έπεσαν αμέσως στο Τετραυάγγελο  και σε μια στιγμή πέρασαν ζωηρά μέσα στο μυαλό μου όλα αυτά που ο μοναχός μου είχε πει. Άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω από το πρώτο κεφάλαιο του ευαγγελιστού Ματθαίου. ‘Εφθασα εις το τέλος του κεφαλαίου αυτού χωρίς να καταλάβω ούτε μία λέξη, αλλά θυμήθηκα πως ο μοναχός μου είχε πει: «Μη στεναχωριέσαι αν δεν καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις, μόνο προχώρησε εις το διάβασμα με επιμέλεια». Εμπρός, είπα στον ευατό μου, θα διαβάσω και το δεύτερο κεφάλαιο. Τώρα διαβάζοντας άρχισα κάπως να καταλαβαίνω κάτι.

Έτσι συνέχισα το τρίτο κεφάλαιο και έπειτα ξαφνικά σήμανε το σιωπητήριο του στρατοπέδου. Τώρα πλέον δεν επετρέπετο η έξοδος σε κανένα και έπρεπε όλοι να πάνε για ύπνο. Όταν εξύπνησα το πρωί, μαζί μου ξύπνησε και η ανεκπλήρωτη επιθυμία για να πιω, όμως, ξαφνικά, εσκέφτηκα να διαβάσω ένα ακόμα κεφάλαιο, για να έβλεπα, τέλος πάντων, ποια θα ήταν η αποτελεσματικότητα του Ευαγγελίου. Το εδιάβασα πράγματι, ηρέμισα για λίγο και δεν επήγα να αγοράσω ποτό. Ξαναγιγάντωσε σε λίγο μέσα μου η επιθυμία, αλλά ξαναδιάβασα ακόμα ένα κεφάλαιο και αισθάνθηκα ανακούφιση. Αυτό μου έδωσε θάρρος και έκτοτε κάθε φορά που αισθανόμουν τον πειρασμό του πάθους της μέθης να με κυριεύει, εδιάβαζα ένα κεφάλαιο από εκεί που είχα μείνει και κάθε φορά υπερνικούσα το πάθος.

Το περισσότερο δε, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και η κατάστασή μου καλυτέρευε και όταν πάνω-κάτω ετελείωνα την ανάγνωση των τεσσάρων Ευαγγελίων, τελείωνα και με το πάθος μου, που προχωρούσε ραγδαία προς τα πίσω, κοντεύοντας να ανήκει πια εις το παρελθόν.

Σε λίγο καιρό σιχαινόμουνα το ποτό και είναι είκοσι περίπου χρόνια, αφ’ ότου ούτε μια σταγόνα δεν έβαλα στο στόμα μου.

Όλοι εκπλαγήκανε για την μεταβολή μου αυτή. Τρία χρόνια αργότερα επανήλθα εις τον βαθμό μου, προβιβάστηκα έπειτα και τέλος, ξαναμπήκα εις την σειρά προαγωγής που μου ανήκε, αλλά που την είχα χάσει εξ’ αιτίας του ποτού. Έπειτα παντρεύτηκα, και ζω ευλογημένα με την σύζηγό μου, έχουμε όλα τα καλά και δοξάζουμε τον Θεόν που μας έδωσε άφθονα τα πάντα. Βοηθούμε τους φτωχούς κατά δύναμη και φιλοξενούμε όταν μπορούμε τους προσκυνητές. Έχω και ένα γιο αξιωματικό, πρώτης τάξεως παιδί. Σημείωσε όμως το εξής: Αφ‘ ότου θεραπεύθηκα από το πάθος του ποτού έκανα τάμα να διαβάζω με τη σειρά, ένα ολόκληρο Ευαγγέλιο από τα τέσσερα, κάθε μέρα, κάθε είκοσι τέσσερεις ώρες, ώσπου να κλείσω τα μάτια μου και να φύγω από τον κόσμο αυτό.

Τίποτα εις τον κόσμο δεν μπορεί να με εμποδίσει από του να τηρώ κάθε μέρα το τάξιμό μου αυτό.  Όταν  είμαι καμιά φορά πολύ κουρασμένος, ξαπλώνω και παρακαλώ τη γυναίκα μου να διαβάζει, ώστε  ποτέ να μη χαλάσω τον κανόνα που έχω καθιερώσει. Για ευγνωμοσύνη και δοξολογία προς τον Θεό, το έντυσα αυτό το Τετραυάγγελο με καθαρό ασήμι, και το έχω πάντοτε μαζί μου μέσα εις την απάνω τσέπη του σακακιού μου.

Ευχή και πόλεμος του διαβόλου

Όταν πολεμείται ο εν μετανοία αγωνιζόμενος χριστιανός, αντιπαλεύει και αντιμάχεται στις προσβολές, που δέχεται από το διάβολο. Και όταν προσβάλλεται από τους λογισμούς, αντιστέκεται με το έργο της Ευχής, προφορικής και νοεράς. Όταν, πάλι, πολιορκείται από τις επιθέσεις των δαιμόνων, με οποιονδήποτε τρόπο, και ειδικότερα όταν βομβαρδίζεται μανιακώς μέσα του, εσωτερικά, και ταράσσεται για τον άλφα ή βήτα λόγο, επικαλείται σε βοήθεια το πυρ εξ ουρανού, λέγοντας συνεχώς και αδιαλείπτως: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», διότι «ο Θεός ημών (εστί) πυρ καταναλίσκον» και Αυτός θα διαλύσει τις φάλαγγες των δαιμόνων και τους αχυρώδεις, ακάθαρτους, πονηρούς, αισχρούς και βλασφήμους λογισμούς.

Όπου πορεύεται κάποιος βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί. Έτσι, όπου πηγαίνει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, φυγαδεύονται των δαιμόνων οι φάλαγγες, καθότι «εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων», δηλαδή των δαιμόνων.

Καθημένου του Ιησού Χριστού, του Κυρίου του ουρανού και της δόξης, επί του θρόνου της καρδιάς, τα πάντα υποτάσσονται και υπακούουσιν Αυτώ. Χαρά μεγάλη στον ουρανό της καρδιάς. Διότι αν για κάθε άνθρωπο, που μετανοεί, γίνεται «χαρά εν εν τω ουρανώ», πολύ περισσότερο όταν την καρδιά επισκέπτεται η σωστική θεία Χάρις του Αγίου εν Τριάδι Θεού και δη του Σαρκωθέντως Λόγου. Θεία μακαριότης και ευφροσύνη, απέραντη αγαλλίασης!

Ας προσέξουμε, γιατί σαν πέτρα σκανδάλου, σαν δόλιος νυκτοκόρακας και σαν άγριο θηρίο επιτίθεται κατά του προσευχομένου χριστιανού ο διάβολος. Και αυτό, διότι καταφλέγεται, μαστιγώνεται και δέρνεται από την Ευχή, όπως λέγει ο Γέροντάς μου διηγούμενος κάποτε το εξής γεγονός:

Ένας νέος, πριν από χρόνια, είχε πολλά ψυχικά προβλήματα και είχε φθάσει μέχρι δαιμονοκρατίας. Απεφάσισαν οι δικοί του και ο ίδιος, να μεταβή στο Άγιον Όρος και να ενταχθή σε μια συνοδεία.
Ο Γέροντας της συνοδείας, Ιωσήφ ο Ησυχαστής, περίφημος για την δύναμη της προσευχής του, τον κράτησε, του έμαθε την προφορική Ευχή και τον έβαλε να σκαλίζει μερικά ξύλινα Σταυρουδάκια. Οποιαδήποτε και αν ήταν η εργασία του, νύχτα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, μέσα στη εκκλησία και έξω από αυτήν, όπου και αν ευρίσκετο, θα έπρεπε να λέει συνεχώς με το στόμα του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

Πολλές φορές αναποδογύριζε τα τραπέζια, έκανε άνω-κάτω το μικρό κελλάκι του, κλείδωνε τις πόρτες, ξερρίζωνε τα μικρά σπαρμένα λαχανικά, έκοβε τα δενδράκια, πετούσε πέτρες, φώναζε, τσίριζε, έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Και μάλιστα μέσα στη νύχτα συνέβαινε με γυναικεία φωνή να βωμολοχεί χυδαιότατα και να ακούγεται η φωνή του διαβόλου, η οποία του έλεγε:
-Πάψε, με καις! Πές τίποτα άλλο, πες ότι θες, πες από τη Λειτουργία, ψάλλε από το πρωί μέχρι το βράδυ, μόνο αυτό το Όνομα μη λες! Του έλεγε ακόμα:
-Γιατί δεν πας μέσα να βοηθήσεις τον Γέροντα, που είναι μεγάλος και να ψάλλεις μαζί του στην Λειτουργία; (Στην Λειτουργία τον ήθελε ο διάβολος να ψαλλει, την Ευχή όμως δεν τον ήθελε να την λέει!!! Επομένως, καταλαβαίνετε τι αξία έχει αυτό το Όνομα, όταν λέγεται συνεχώς!!!).
Και ο δαιμονισμένος εκαθαρίστηκε και θεραπεύθηκε τελείως. Η δε συμβουλή του Γέροντος Ιωσήφ ήταν να μην βγει έξω, στον κόσμο, διότι το κακό θα επαναλαμβανόταν, με την κοσμική ζωή που θα έκανε.
Δεν άκουσε όμως τον όσιο αυτόν ασκητή και ησυχαστή των ημερών μας (που διέδωσε την Νοερά προσευχή στα νεώτερα χρόνια μας, από το 1950 και έπειτα, σε ολόκληρο τον κόσμο), και πράγματι, όταν γύρισε στον κόσμο, με την αμαρτωλή ζωή του, ξαναδαιμονίσθηκε. Γύρισε πίσω, στο Άγιον Όρος, αλλά το «κουσούρι» πλέον και η δαιμονοκρατία δεν έφευγε από πάνω του.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Η Ευχή μέσα στον κόσμο” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά.

Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.

Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν. Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα. Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα. Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.

Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Ο Βίος της Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας

DSC00467Η Μεγαλομάρτυς Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του  αυτοκράτορα Μαξιμιανού (284—305) και καταγόταν από την Ηλιούπολη. Την εποχή αυτή τοπάρχης της πόλεως ήταν ο πατέρας της, ο οποίος ονομαζόταν Διόσκορος και ήταν πολύ πλούσιος. Έμενε σε κάποιο χωριό Γελασσόν το οποίο ήταν μακριά από την πόλη.Οι ιστορικές πληροφορίες δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και στο φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Ίσως να είχε πεθάνει.

Η Βαρβάρα ήταν το μονακριβο παιδί τους. Ήταν εκπάγλου σωματικής ομορφιάς ταυτόχρονα όμως  ήταν σεμνή, ευφυής και σώφρων. Για το λόγο αυτό οι γονείς της θέλησαν να την προφυλάξουν. Έκτισαν έναν μεγάλο πύργο και την έβαλαν εκει με πολλούς υπηρέτες και κάθε ευκολία γύρω της. Όταν έφθασε η κόρη σε ηλικία γάμου, πολλοί από τους πρώτους της πόλεως κατέφθαναν για να τη ζητήσουν σε γάμο από τον πατέρα της. Μία ημέρα, πήγε ο πατέρας της να την επισκεφθεί στον πύργο της  και την ρώτησε αν ήθελε να παντρευτεί ωστόσο πρωτού ακόμα τελειώσει τον λόγο του, τον διέκοψε η Βαρβάρα με αγανάκτηση και είπε: <<Δεν θέλω να ξανακάνεις τέτοιο λόγο διότι θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου και θα χάσεις τότε το τέκνο σου>>. Δεν την πίεσε περισσότερο, διότι πίστευε ότι με τον καιρό και με διάφορες κολακίες θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη και να δεχτεί να παντρευτεί.

Εκείνες τις ημέρες αποφάσισε ο πατέρας της να χτίσει ένα λουτρό έξω από τον πύργο και αφού έκανε τα σχέδια τα παρέδωσε στους οικοδόμους και έφυγε για κάποια υπηρεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επειδή αργούσε ο Διόσκορος να έρθει, πήγε η Βαρβάρα να επιβλέψει το  λουτρό που χτιζόταν. Είδε ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τους χτίστες γιατί υπήρχαν μόνο δύο παράθυρα; Και της είπαν ότι αυτή την διαταγή έδωσε ο πατέρας της. Τους είπε τότε, να κάνουν ένα ακόμη παράθυρο και αν τους πει κάτι ο πατέρας της, θα του αποκριθεί η ίδια. Παρακολουθούσε την οικοδομή η Βαρβάρα, και χαιρόταν με τα τρία παράθυρα που έγιναν καθως είχαν για αυτή συμβολικό νόημα.  Εν τέλει αυτή η αγάπη της Βαρβάρας για Θεική αγάπη ολοένα και μεγάλωνε ώστε στάθηκε και η αιτία ο Θεός να πλημμυρήσει την ψυχή της με Άγιο πνεύμα αλλά και να της φανερώθει.  Μια μέρα καθώς ήταν στο λουτρό και κοίταζε προς την ανατολή σχημάτησε με το δάκτυλο της πάνω στο μάρμαρο το σημείο του Σταυρού το οποίο  χαράχτηκε τόσο βαθιά ώστε να είναι οράτο ακόμα και σήμερα στους επισκέπτες. Το συγκεκριμενο σημείο  αποτελεί μνημείο φανέρωσης των καρπών της αληθινής και πηγαίας πίστεως , της παντοδυναμίας του Θεού αλλά και μέρος όπου έχουν καταγραφεί πάμπολλα θαύματα.

Η Βαρβάρα ζούσε σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της ήταν αφάνταστη. Ένιωθε την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλάβαινε όλο και πιο πολύ ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δεν έχουν καμμιά αξία μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζούσε πλέον  χωρίς τον πραγματικό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Θυσίασε τα πάντα για να κερδίσει «τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και πρό παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά σκιρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις του μαρτυρίου προκειμένου να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή. Κάποια μέρα καθώς επέστρεφε η Αγία, παρατήρησε τα είδωλα που προσκυνούσε ο πατέρας της και στενάζοντας από τα βάθη της ψυχής της για  την αναισθησία και την τυφλότητα του πατέρα της τα έπτυσε και είπε: << Όμοια με σας να γίνουν όσοι σας προσκυνούν και καλούν τη βοήθειά σας>>.

Μετά από μερικές ημέρες επέστρεψε  ο Διόσκορος και καθώς είδε το τρίτο παράθυρο απόρησε πως το έκαναν χωρίς αυτός να παραγγείλει. Οι δε τεχνίτες είπαν την αλήθεια. Ρώτησε ο Διόσκορος για το τρίτο παράθυρο την κόρη του και εκείνη του είπε ότι πράγματι αυτή το ζήτησε  γιατί φαίνεται πιο όμορφο με τα τρία παράθυρα. Οργίζεται τότε ο πατέρας της, και της ζητάει τον αληθινό λόγο. Λέγει η Βαρβάρα ότι τρείς θυρίδες φωτίζουν κάθε άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμο εννοώντας την Αγία Τριάδα. Όταν άκουσε αυτά ο πατέρας της την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερε στο λουτρό και της λέει. Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων να φωτίζει κάθε άνθρωπο; Του λέει η Βαρβάρα. Πατέρα να σου εξηγήσω. Κάνει το σημείο του Σταυρού, και του δείχνει τα τρία δάκτυλα. Πατήρ, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίση νοερά καταλάμπει. Η Βαρβάρα τότε είπε στον πατέρα της ξεκάθαρα πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση. Ακούγοντας αυτά ο Διόσκορος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Γι’ αυτό της ζήτησε την επόμενη μέρα να τον ακολουθήσει σε μια ειδωλολατρική τελετή. Η Βαρβάρα αρνήθηκε και βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της φούντωσε από το κακό του. Άδειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Ο αληθής αυτός λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον πατέρα της, ο οποίος ήταν συνηθισμένος να προσκυνεί τα ψευδή αγάλματα αλλά αντί να ηρεμίσει έσυρε το ξίφος, για να την σκοτώσει. Γλίτωσε την τελευταία στιγμή τρέχοντας μακριά. Έφθασε σε ένα όρος εκεί κοντά, και ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, δια Θείου θαύματος κόπηκε μία πέτρα στα δύο και η Αγία κρύφτηκε μέσα της. Ο πέτρινος εκείνος άνθρωπος δεν μετανόησε καθώς είδε το θαύμα μπροστά του, αλλά ως παιδί του διαβόλου έτρεχε πάνω κάτω να την βρει. Βλέπει δύο βοσκούς και τους ρωτά αν είδαν που πήγε η Βαρβάρα. Ο ένας, καλοκάγαθος, προτίμησε να πεί ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος, άθλιος και πονηρός δεν μίλησε αλλά με το δάκτυλό του έδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένη.Όμως η θεία δίκη δεν άφησε ατιμώρητον αυτόν τον ύπουλο και πονηρό άνθρωπο. Όλα τα πρόβατα του κακότροπου βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν εκεί μέχρι τέλος και περικύκλωσαν τον τάφο της Αγίας. Όταν την βρήκε ο Διόσκουρος την έδειρε αλύπητα και τραβώντας την από τα μαλλιά την έσυρε πίσω στο σπίτι. Την έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο την κλείδωσε βάζοντας φύλακα.

Τότε πήγε στον ηγεμόνα Μαρκιανό ο οποίος εξουσίαζε την πόλη, και είπε. Η κόρη μου περιφρονεί τους θεούς μας και μόνο τον Εσταυρωμένον αγαπά με όλη την ψυχή της. Εδώ σου την παραδίδω να μην την λυπηθείς και να την τιμωρήσεις με όποιο τρόπο μπορέσεις. Όταν έφυγε ο Διόσκορος, διέταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του να την εξετάσει. Όταν είδε την ομορφιά της και την σεμνότητα της ξέχασε για λίγο τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Διόσκορο και άρχισε με κολακίες να προσπαθεί να την μεταπείσει. Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου; Γιατί δεν προσφέρεις θυσία στους θεούς που λατρεύουν οι γονείς σου; Λυπάμαι να θανατώσω μία τόσο ωραία κοπέλα. Η Βαρβάρα απεκρίθη. Εγώ προσφέρω θυσία μόνον στον αληθινό Θεό μου που δημιούργησε τον ουρανό και τη γή. Δεν προσφέρω θυσία στα αγαλματάκια σας που έγιναν από χέρια ανθρώπων και είναι άψυχα και ανίσχυρα. Μόλις άκουσε αυτά ο εξουσιαστής διέταξε να την γυμνώσουν και να την δείρουν σκληρά σε όλο της το σώμα με βούνευρα. Μετά να τρίψουν τις πληγές της με ύφασμα. Με αυτο τον τρόπο την βασάνισαν σκληρά. Στη συνέχεια την έβαλαν στην φυλακή. Κατά τη διάρκεια της νυκτός εφάνη ένα φως μέσα στην φυλακή η οποία άστραψε ολόκληρη. Πάνω από το φως αυτό εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, ο οποίος ενεθάρρυνε την Βαρβάρα να μην φοβηθεί και εκείνος την διαβεβαίωσε ότι θα είναι κοντά της βοηθός. Αυτά της είπε και ευθέως όλες οι πληγές της εξαφανίστηκαν. Και αισθάνθηκε μία αγαλλίαση ανέκφραστη. Μία γυναίκα έτυχε να βρεθεί εκεί και να δεί το θαύμα, Ιουλιανή ονομαζόμενη και αποφάσισε με την πρώτη ευκαιρία να αρνηθεί και αυτή τη θυσία των ειδώλων και να πάρει και αυτή την ίδια δόξα. Την άλλη μέρα διέταξε να φέρουν πάλι την Μάρτυρα για εξέταση. Όταν την είδαν όλοι να είναι  τελείως υγιής  χωρίς πληγές έμειναν άφωνοι. Ο ασεβής ηγεμών τυφλωμένος από την πλάνη του δεν θέλησε να δει την αλήθεια και τον αληθινό Θεό, αλλά λέει : <<Βλέπεις Βαρβάρα πόση δύναμη έχουν οι θεοί μου που σε λυπήθηκαν και σε έκαναν τελείως καλά;>>. Και απεκρίθη η Αγία: << Οι θεοί σου που είναι τυφλοί και δεν μπορούν να ιδούν όπως εσύ, πως είναι δυνατόν να κάνουν τέτοιο θαύμα; Όχι λοιπόν δεν με θεράπευσαν οι θεοί σου, αλλά ο αληθινός Θεός ο Χριστός μου τον οποίον δεν μπορείς να δείς γιατί οι οφθαλμοί  της ψυχής σου είναι τυφλοί>>. Όταν τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να καταξεσκίσουν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια, τα πληγωμένα μέλη της να τα κάψουν με λαμπάδες, και να την χτυπούν στο κεφάλι με σφυρί.

Έτυχε πάλι να βρεθεί εκεί κοντά η Ιουλιανή, και βλέποντας τα βασανιστήρια και το αίμα που έτρεχε, μην μπορώντας να δώσει κάποια βοήθεια πήγε κοντά της και έκλεγε με δάκρυα πικρά. Βλέποντας την ο ηγεμόνας ρώτησε πια είναι και τι κάνει. Του είπαν ότι και αυτή χριστιανή είναι και κλαίει από συμπάθεια προς την Αγίαν. Πρόσταξε τότε να κρεμάσουν και αυτήν δίπλα στην Βαρβάρα. Και να κάνουν τα ίδια βασανιστήρια και σε αυτήν. Καθώς βασανιζόταν η Ιουλιανή ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον Ουρανό και είπε: << Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι για την αγάπη σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά, μην με εγκαταλείψεις, και μην με αφήσεις να με νικήσει ο άθλιος τούτος και καυχηθεί δια εμέ αλλά αξίωσε με να αντέξω μέχρι τέλους να λάβω κι’ εγώ το στέφανο της αθλήσεως>>.

Ενώ η Ιουλιανή εδέετο προς τον Θεό, διέταξε ο σκληρόκαρδος άρχοντας να κόψουν τους μαστούς και των δύο γυναικών. Η απάνθρωπος αυτή ενέργεια δεν μετέτρεψε την γνώμη αυτών, αλλά αντιθέτως η Βαρβάρα έψαλε, λέγοντας :<< Κύριε μη απορρίψεις με από του προσώπου σου και το Πνεύμα σου το Άγιο μη αντανέλης απ’ εμού>>. Αφού άντεξαν και αυτό το βασανιστήριο διέταξε να κλείσουν την Ιουλιανή στην φυλακή την δε Βαρβάρα να την περιφέρουν γυμνή στην πόλη και συγχρόνως να την δέρνουν. Η δε Μάρτυς δεν εφοβήθη τον δαρμό που θα της έκαναν, αλλά τον θεατρινισμό που θα την παρουσίαζαν. Ύψωσε τα μάτια της στον Ουρανό και είπε:<<Κύριε μην αφήσεις να δουν την γύμνωσιν μου>>. Ευθείς εφάνη πάνω σε χερουβικό άρμα ο Χριστός, θεράπευσε ξανά τις πληγές της Αγίας και Άγιοι Άγγελοι την έντυσαν με στολή λαμπροτάτη. Οι  υπηρέτες την παρουσίασαν στον ηγεμόνα και καθώς την είδε , κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την νικήσει και διέταξε να τις αποκεφαλίσουν και τις δύο.

Σε όλα τα βασανιστήρια ο αιμοβόρος πατέρας της ήταν παρών. Δεν πόνεσε η ψυχή του καθόλου. Μάλιστα νόμιζε ότι θα τον κατηγορήσουν ως άνανδρο αν άφηνε άλλον να την φονεύσει.Έτσι, όταν ο δικαστής έδωσε αυτή την διαταγή αποκεφαλισμό την άρπαξε ο ίδιος για να τη σκοτώσει.  Ωστόσο η Βαρβάρα και η Ιουλιανη ενώ πήγαιναν στον τόπο του θανάτου αντί να φοβουνται, έχαιραν σαν να πήγαιναν σε εορτή. Η δε Αγία προσεύχονταν προς τον Θεόν λέγοντας:<< Κύριε υπάκουσον με την δούλη σου δεξαμένη. Ναι Κύριε μου, παρακαλώ εκ βάθους ψυχής όποιος μνημονεύει το Μαρτύριο μου εις δόξα του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη λάβει το σπίτι του καμία λοιμώδη ασθένεια και καμία θανατηφόρος ασθένεια να μην λυπήσουν αυτόν και την οικογένειά του>>. Καθώς έλεγε αυτά η Μάρτυς ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, καλώντας την μαζί με την Ιουλιανή να έρθουν να λάβουν το στέφανο της νίκης και με την υπόσχεση ότι το αίτημα της θα πραγματοποιηθεί. Αυτά άκουσε η Μάρτυς Βαρβάρα , και πήρε θάρρος και έτρεχε γρηγορότερα να φτάσει στον τόπο της εκτελέσεως. Μόλις έφθασε εκεί έγειρε αμέσως το κεφάλι της και ο δήμιος πατέρας της την αποκεφάλισε. Η θεία δίκη δεν άργησε να έρθει για τον ασεβή πατέρα. Καθώς κατηφόριζε στην επιστροφή, ένας κεραυνός έπεσε πάνω του, και δεν βρέθηκε ίχνος από αυτόν. Έτσι ο βδελυρός αυτός άνθρωπος έχασε και την παρούσα αλλά και την αιώνια ζωήν. Μάλιστα η θεία αυτή οργή δεν περιορίστηκε μόνο στον πατροκτόνο Διόσκορο αλλά μέχρι του ηγεμόνος Μαρκιανού έλαμψε ο κεραυνός σαν προειδοποίηση της αιωνίας κολάσεως.

Ένας ευσεβής χριστιανός, ονομαζόμενος Ουαλεντίνος, πήρε τα ιερά σώματα των δύο μαρτύρων και τιμώντας τα με ψαλμωδίες τα μετέφερε στο χωριό Γελασσόν όπου και ενταφιάστηκαν ιεροπρεπώς. Το μαρτύριο αυτών ας είναι ίαση ασθενιών και αγαλλίαση ψυχής. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Χριστού μας. Αμήν.

Παραινέσεις με ακροστιχίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Αρχή πάντων και τέλος ποιού Θεόν.

Βίου το κέρδος, εκβιούν καθ΄ ημέραν.

Γίνωσκε πάντα των καλών τα δράματα.

Δεινόν πένεσθαι, χείρον δ΄ ευπορείν κακώς.

Ευεργετών νόμιζε μιμείσθαι Θεόν.

Ζήτει Θεού σοι χρηστότητα χρηστός ών.

Η σάρξ κρατείσθω και δαμάσθω καλώς.

Θυμόν χαλινού, μη φρενών έξω πέσεις.

΄Ιστη μεν όμμα, γλώσσα δε στάθμην έχοι.

Κλείς ωσί κείσθω, μηδέ πορνεύοι γέλως.

Λύχνος βίου σοι παντός ηγείσθω λόγος.

Μη σοι το είναι τω δοκείν υπορρέοι.

Νόει τα πάντα, πράσσε δ΄ ά πράσσειν θέμις.

Ξένον σεαυτόν ίσθι, και τίμα ξένους.

΄Οτ΄ ευπλοείς, μάλιστα μέμνησο ζάλης.

Πάντ΄ ευχαρίστως δεί δέχεσθαι τα εκ Θεού.

΄Ράβδος δικαίου πλείον, ή τιμή κακού.

Σοφών θύρας έκτριβε, πλουσίων δε μη.

Το μικρόν ου μικρόν, όταν εκφρέρη μέγα.

΄Υβριν χαλινού, και μέγας έση σοφός.

Φύλασσε σαυτόν, πτώμα δ΄ άλλου μη γέλα.

Χάρις φθονείσθαι, το φθονείν δ΄  αίσχος μέγα.

Ψυχή θύοιτο μάλλον ή το πάν Θεώ.

΄Ω τις φυλάξει ταύτα, και σωθήσεται;

 

(Και η μετάφραση των στίχων)

Αρχή και τέλος  όλων όσων συμβαίνουν στη  ζωή σου να έχεις τον Θεό.

Βίου (της ζωής σου) το κέρδος είναι κάθε μέρα σου να ζης καλά (κατά Θεόν).

Γνώριζε όλες τις καλές πράξεις των αγιασμένων ανθρώπων.

Δεινόν είναι να πεινάει κάποιος, αλλά φοβερότερο είναι ο πλούτος ο παράνομος.

Ευεργετείς; Μάθε ότι μιμείσαι τον Θεό.

Ζήτα από τον Θεό να είναι οικτίρμων σε σένα, αφού πρώτα όμως εσύ έχεις σπλάχνα οικτιρμών.

Η ανθρώπινη σάρκα να συγκρατείται και να δαμάζεται.

Θυμό χαλίνωνε για να μη πέσεις έξω από τη λογική.

΄Ισια και ψηλά το βλέμμα σου να έχεις και στη γλώσσα σου μέτρο.

Κλειδωμένα να έχεις τα αυτιά σου και το γέλιο σου να είναι σεμνό.

Λυχνάρι της ζωής σου να είναι η λογική και να προπορεύται σε κάθε έργο σου.

Μη σου γλυστρά κάτω ότι φαίνεται και εκείνο που υπάρχει.

Να ερευνάς με τον νού σου τα πάντα και να πράττεις όμως όσα επιτρέπονται.

Ξένος πως είσαι να το μάθεις καλά και γι΄ αυτό να τιμάς τους ξένους.

Όταν με γαλήνη ταξιδεύεις τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα.

Πάντα να δέχεσαι ευχάριστα όσα προέρχονται από τον Θεό.

Ραβδί του δικαίου να σε κτυπά καλύτερα, παρά να σε τιμά ο κακός.

Στις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι ενώ από τις θύρες των πλουσίων να είσαι μακρυά.

Το μικρό δεν είναι μικρό όταν οδηγεί σε κάτι μεγάλο.

΄Υβριν (στην έπαρση) να βάζεις  χαλινάρι για να γίνεις μεγάλος σοφός.

Φύλαξε τον εαυτό σου από την πτώση και αν κάποιος άλλος πέσει να μη γελάς (να μη χαίρεσαι).

Χάρισμα είναι το να σε φθονούν ενώ το να φθονείς εσύ είναι μεγάλη ντροπή.

Ψυχή που προσφέρεται στον Θεό είναι η καλύτερη θυσία.

΄Ω!!! αλήθεια όποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά αυτός και θα σωθεί.

(ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ P.G. 37,908-910)

Για το βιβλίο «των Μακαρισμών»

Όλοι οι ευαγγελικοί Μακαρισμοί μας προσφέρουν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα χριστιανικής ζωής, που μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Μας διδάσκουν όχι μόνο το πώς μας βλέπει και μας θέλει ο Χριστός, αλλά κυρίως μας δείχνουν ότι Αυτός είναι το μοναδικό κέντρο της μακαριότητας και της ευτυχίας του ανθρώπου, στο οποίο και πρέπει να τείνουμε.

 

Ποίοι είναι στην πραγματικότητα οι «πτωχοί τω πνεύματι»;

Είναι οι ταπεινοί και οι συντετριμμένοι στο νου και στη διάνοια.

Οι συντετριμμένοι στους λογισμούς.

Οι συντετριμμένοι στην προαίρεση και στην επιθυμία.

Είναι όλοι εκείνοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που μπορούν και καταφρονούν τον εαυτό τους παρ΄ όλα όσα γνωρίζουν και όσα κατέχουν εν Χριστώ.

Είναι όσοι έχουν το κουράγιο και την ψυχική διάθεση να μπορούν να είναι συντετριμμένοι και ταπεινοί. Γιατί θέλει μεγάλο κουράγιο και πολλή πνευματική βία και ηρωϊσμό το να μπορείς να είσαι συντετριμμένος στο πνεύμα, καθώς από τη φύση μας είμαστε εγωϊστές, υπερήφανοι, υψηλόφρονες και αλαζόνες.

Δηλαδή, «πτωχοί τω πνεύματι» είναι εκείνοι, που καλλιεργούν μέρα-νύχτα το ταπεινό φρόνημα με όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις για το «χατίρι» του Χριστού.

 

Ο «πτωχός τω πνεύματι» διακρίνεται από θεοσέβεια και από φόβο Θεού, από ταπεινό φρόνημα και από ειρήνη.

Κάθε ευσεβής χριστιανός «πτωχός τω πνεύματι» εξετάζει τον εαυτό του, βλέπει τα χάλια του και ταπεινώνεται. ΄Εχοντας την αίσθηση των πολλαπλών του αδυναμιών, των καθημερινών του πτώσεων και των αμαρτωλών συγκαταθέσεων στους λογισμούς του, που τις περισσότερες είναι υψηλόφρονες, πονηροί, διεστραμμένοι, μοχθηροί, μνησίκακοι, ζηλόφθονοι, συγκρίνει τα χάλια του με την Αγιότητα του Θεού και έτσι συντρίβεται, συστέλλεται και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, πολύ-πολύ φτωχό.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πνευματικές διαδρομές στους Μακαρισμούς” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Γενικά περί Αναβαθμών

1) Οι Αναβαθμοί είναι δεκαπέντε μικροί ψαλμοί, από τον 119 έως τον 133, τους οποίους διαβάζουμε σε τρεις στάσεις κατά τον Εσπερινό της Προηγιασμένης θείας Λειτουργίας…. Εκείνη την ώρα της αναγνώσεως ο Λειτουργός ιερέας με κλεισμένη την Ωραία Πύλη ετοιμάζει μέσα στο άγιο Βήμα τα Τίμια Δώρα.

Οι δεκαπέντε αυτοί ψαλμοί ήσαν ιερά «αποδημητικά άσματα» που εψάλλονταν από τους Ισραηλίτες στις μεγάλες γιορτές του Π¨ασχα, της Πεντηκοστής και της Σκηνοπηγίας. ΄Οσοι ήρχοντο από τα διάφορα μέρη της Παλαιστίνης στην Ιερουσαλήμ γι΄ αυτές τις γιορτές, ανεβαίνοντας στο Ναό έψαλλαν αυτούς τους Ψαλμούς. Αυτή η μεγάλη συγκέντρωση και προσκύνηση στο Ναό εθεωρείτο από τους Ιουδαίους ΑΝΑΒΑΣΙΣ για αυτό και οι εν λόγω δεκαπέντε ψαλμοί ονομάστηκαν ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ.

2) Οι Αναβαθμοί της Οκτωήχου του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι σαν βαθμίδες (σκαλοπάτια) που η καθημερινή τους μελέτη ανεβάζει τον νου:

– από τη γη στον ουρανό

– από το σκοτάδι της αμαρτίας στο Τριαδικό ανέσπερο Φως

– από τον παρόντα κόσμο στον κόσμο του Θεού

3) «εν τω θλίβεσθαί με, εισάκουσόν μου των οδυνών, Κύριε σοί κράζω»

Σύντροφος της ζωής μας είναι ο πόνος και η θλίψη. Και ένα είναι βέβαιο:

-ο πλούσιος και ο φτωχός,

-ο επίσημος και ο άσημος,

-ο δίκαιος και ο άδικος.

-ο καλός και ο κακός,

όλοι, μικροί, μεγάλοι, άνδρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά έχουν τις θλίψεις τους. Και επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο ο Θεός για τους λόγους που μόνο η πανσοφία Του και η πρόνοιά Του γνωρίζουν. Οι επιτρεπόμενες θλίψεις βγαίνουν από τα σπλάχνα των οικτιρμών και της αγάπης του αγίου Θεού και είναι πάντοτε για το καλό μας, για το συμφέρον της ψυχής μας, για την πνευματική ωφέλεια και σωτηρία.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Οι Αναβαθμοί στην εν Χριστώ πορεία» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου