Author Archives: paterstefanos

Για το βιβλίο «των Μακαρισμών»

Όλοι οι ευαγγελικοί Μακαρισμοί μας προσφέρουν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα χριστιανικής ζωής, που μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Μας διδάσκουν όχι μόνο το πώς μας βλέπει και μας θέλει ο Χριστός, αλλά κυρίως μας δείχνουν ότι Αυτός είναι το μοναδικό κέντρο της μακαριότητας και της ευτυχίας του ανθρώπου, στο οποίο και πρέπει να τείνουμε.

 

Ποίοι είναι στην πραγματικότητα οι «πτωχοί τω πνεύματι»;

Είναι οι ταπεινοί και οι συντετριμμένοι στο νου και στη διάνοια.

Οι συντετριμμένοι στους λογισμούς.

Οι συντετριμμένοι στην προαίρεση και στην επιθυμία.

Είναι όλοι εκείνοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που μπορούν και καταφρονούν τον εαυτό τους παρ΄ όλα όσα γνωρίζουν και όσα κατέχουν εν Χριστώ.

Είναι όσοι έχουν το κουράγιο και την ψυχική διάθεση να μπορούν να είναι συντετριμμένοι και ταπεινοί. Γιατί θέλει μεγάλο κουράγιο και πολλή πνευματική βία και ηρωϊσμό το να μπορείς να είσαι συντετριμμένος στο πνεύμα, καθώς από τη φύση μας είμαστε εγωϊστές, υπερήφανοι, υψηλόφρονες και αλαζόνες.

Δηλαδή, «πτωχοί τω πνεύματι» είναι εκείνοι, που καλλιεργούν μέρα-νύχτα το ταπεινό φρόνημα με όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις για το «χατίρι» του Χριστού.

 

Ο «πτωχός τω πνεύματι» διακρίνεται από θεοσέβεια και από φόβο Θεού, από ταπεινό φρόνημα και από ειρήνη.

Κάθε ευσεβής χριστιανός «πτωχός τω πνεύματι» εξετάζει τον εαυτό του, βλέπει τα χάλια του και ταπεινώνεται. ΄Εχοντας την αίσθηση των πολλαπλών του αδυναμιών, των καθημερινών του πτώσεων και των αμαρτωλών συγκαταθέσεων στους λογισμούς του, που τις περισσότερες είναι υψηλόφρονες, πονηροί, διεστραμμένοι, μοχθηροί, μνησίκακοι, ζηλόφθονοι, συγκρίνει τα χάλια του με την Αγιότητα του Θεού και έτσι συντρίβεται, συστέλλεται και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, πολύ-πολύ φτωχό.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πνευματικές διαδρομές στους Μακαρισμούς” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Advertisements

Γενικά περί Αναβαθμών

1) Οι Αναβαθμοί είναι δεκαπέντε μικροί ψαλμοί, από τον 119 έως τον 133, τους οποίους διαβάζουμε σε τρεις στάσεις κατά τον Εσπερινό της Προηγιασμένης θείας Λειτουργίας…. Εκείνη την ώρα της αναγνώσεως ο Λειτουργός ιερέας με κλεισμένη την Ωραία Πύλη ετοιμάζει μέσα στο άγιο Βήμα τα Τίμια Δώρα.

Οι δεκαπέντε αυτοί ψαλμοί ήσαν ιερά «αποδημητικά άσματα» που εψάλλονταν από τους Ισραηλίτες στις μεγάλες γιορτές του Π¨ασχα, της Πεντηκοστής και της Σκηνοπηγίας. ΄Οσοι ήρχοντο από τα διάφορα μέρη της Παλαιστίνης στην Ιερουσαλήμ γι΄ αυτές τις γιορτές, ανεβαίνοντας στο Ναό έψαλλαν αυτούς τους Ψαλμούς. Αυτή η μεγάλη συγκέντρωση και προσκύνηση στο Ναό εθεωρείτο από τους Ιουδαίους ΑΝΑΒΑΣΙΣ για αυτό και οι εν λόγω δεκαπέντε ψαλμοί ονομάστηκαν ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ.

2) Οι Αναβαθμοί της Οκτωήχου του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι σαν βαθμίδες (σκαλοπάτια) που η καθημερινή τους μελέτη ανεβάζει τον νου:

– από τη γη στον ουρανό

– από το σκοτάδι της αμαρτίας στο Τριαδικό ανέσπερο Φως

– από τον παρόντα κόσμο στον κόσμο του Θεού

3) «εν τω θλίβεσθαί με, εισάκουσόν μου των οδυνών, Κύριε σοί κράζω»

Σύντροφος της ζωής μας είναι ο πόνος και η θλίψη. Και ένα είναι βέβαιο:

-ο πλούσιος και ο φτωχός,

-ο επίσημος και ο άσημος,

-ο δίκαιος και ο άδικος.

-ο καλός και ο κακός,

όλοι, μικροί, μεγάλοι, άνδρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά έχουν τις θλίψεις τους. Και επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο ο Θεός για τους λόγους που μόνο η πανσοφία Του και η πρόνοιά Του γνωρίζουν. Οι επιτρεπόμενες θλίψεις βγαίνουν από τα σπλάχνα των οικτιρμών και της αγάπης του αγίου Θεού και είναι πάντοτε για το καλό μας, για το συμφέρον της ψυχής μας, για την πνευματική ωφέλεια και σωτηρία.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Οι Αναβαθμοί στην εν Χριστώ πορεία» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…»

1) Όλοι οι ευαγγελικοί Μακαρισμοί μας προσφέρουν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα χριστιανικής ζωής, που μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Μας διδάσκουν όχι μόνο το πώς μας βλέπει και μας θέλει ο Χριστός, αλλά κυρίως μας δείχνουν ότι Αυτός είναι το μοναδικό κέντρο της μακαριότητας και της ευτυχίας του ανθρώπου, στο οποίο και πρέπει να τείνουμε.

 

2) Ποίοι είναι στην πραγματικότητα οι «πτωχοί τω πνεύματι»;

Είναι οι ταπεινοί και οι συντετριμμένοι στο νου και στη διάνοια.

Οι συντετριμμένοι στους λογισμούς.

Οι συντετριμμένοι στην προαίρεση και στην επιθυμία.

Είναι όλοι εκείνοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που μπορούν και καταφρονούν τον εαυτό τους παρ΄ όλα όσα γνωρίζουν και όσα κατέχουν εν Χριστώ.

Είναι όσοι έχουν το κουράγιο και την ψυχική διάθεση να μπορούν να είναι συντετριμμένοι και ταπεινοί. Γιατί θέλει μεγάλο κουράγιο και πολλή πνευματική βία και ηρωϊσμό το να μπορείς να είσαι συντετριμμένος στο πνεύμα, καθώς από τη φύση μας είμαστε εγωϊστές, υπερήφανοι, υψηλόφρονες και αλαζόνες.

Δηλαδή, «πτωχοί τω πνεύματι» είναι εκείνοι, που καλλιεργούν μέρα-νύχτα το ταπεινό φρόνημα με όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις για το «χατίρι» του Χριστού.

 

3) Ο «πτωχός τω πνεύματι» διακρίνεται από θεοσέβεια και από φόβο Θεού, από ταπεινό φρόνημα και από ειρήνη.

Κάθε ευσεβής χριστιανός «πτωχός τω πνεύματι» εξετάζει τον εαυτό του, βλέπει τα χάλια του και ταπεινώνεται. ΄Εχοντας την αίσθηση των πολλαπλών του αδυναμιών, των καθημερινών του πτώσεων και των αμαρτωλών συγκαταθέσεων στους λογισμούς του, που τις περισσότερες είναι υψηλόφρονες, πονηροί, διεστραμμένοι, μοχθηροί, μνησίκακοι, ζηλόφθονοι, συγκρίνει τα χάλια του με την Αγιότητα του Θεού και έτσι συντρίβεται, συστέλλεται και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, πολύ-πολύ φτωχό.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Περί του Αββά Σισώη

 

΄Ελεγαν περί του Αββά Σισώη, ότι, όταν επρόκειτο να πεθάνει, και ενώ ευρίσκονταν οι πατέρες της σκήτης γύρω του, έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος και είπε στους παρευρισκομένους ότι:

« Ο ΄Αγιος Αντώνιος ήλθε».

Και μετά από λίγο είπε: «να ο χορός των Προφητών ήλθε». Και πάλιν το πρόσωπο του έλαμψε περισσότερο και είπε: «να ο χορός των Αποστόλων ήλθε». Και διπλασιάστηκε ο φωτισμός του προσώπου του και άρχισε να ομιλεί με κάποιους. Τότε τον ρώτησαν οι πατέρες: «με ποιόν ομιλείς πάτερ»; Και αυτός τους απάντησε: «με τους Αγγέλους που ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή μου και τους παρακαλώ να με αφήσουν λίγο για να μετανοήσω». Και λέγουν προς αυτόν οι πατέρες: «Δεν έχεις ανάγκη μετανοίας πάτερ». Και τους απάντησε ο Αββάς Σισώης: «αλήθεια σας λέγω ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή»!!! Και έμαθαν πάντες ότι ήταν τέλειος. Και πάλι ξαφνικά έγινε το πρόσωπό του ολόλαμπρο και εφοβήθηκαν όλοι, που ήσαν κοντά του, και είπε προς αυτούς: «Βλέπετε ο Κύριος ήλθε και λέγει, φέρετε μου το σκεύος της ερήμου», και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα και γέμισε όλο το κελλί του από άρρητη ευωδία.

 

΄Ενας μοναχός εξωμολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

«΄Επεσα πάτερ. Τι να κάνω;»

«Σήκω», του είπε, με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο άγιος Γέροντας.

«Σηκώθηκα Αββά μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία», ομολόγησε με θλίψη ο αδελφός.

«Και τι σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;»

«Ως πότε Αββά» ρώτησε ο αδελφός.

«΄Εως ότου να σε βρή ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο όπου ευρώ σε εκεί και κρινώ σε; Μόνο εύχου στο Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.» του εξήγησε ο Αββάς Σισώης.

 

Τρία πράγματα με συγκλονίζουν, αδελφοί, έλεγε ο Αββάς Σισώης:

1. Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

2. Η εμφάνισή μου ενώπιον του αδεκάστου Κριτού.

Και 3. Η εναντίον μου καταδικαστική απόφαση.

Περί της Ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»

 1) Θαυμάζοντας το πέλαγος της θείας αγάπης ο ΄Αγιος Νήφων διηγείτο στο πνευματικό του παιδί, τον ΄Αγιο Επιφάνιο:

— Σκέψου, παιδί μου, ότι κάποτε στα χρόνια της αγνοίας μου, που έπεσα σε μεγάλη αμαρτία, παρουσιάστηκε μπροστά μου ο ίδιος ο Κύριος και με προειδοποίησε ότι με αυτά που κάνω δεν θα σωθώ.

Εγώ έπεσα αμέσως στα άχραντα πόδια Του και καταφιλώντας τα ψιθύρισα με πόνο ψυχής:

— Κύριε, ούτε στο άπειρο Σου έλεος θα βρω σωτηρία;

Κι Εκείνος, νικημένος από την άμετρη φιλανθρωπία Του, με ανασήκωσε και μου είπε σπλαχνικά:

— Ναι! Θα βρεις σωτηρία στο έλεος μου. Μόνο όσες φορές πέφτεις, γύριζε σε μένα με ταπείνωση, λέγοντας «ήμαρτον, ελέησόν με!», κι εγώ θα σου θεραπεύω τα πάθη και θα σου παραστέκομαι βοηθός.

΄Ετσι μου είπε ο γλυκύς στο έλεος και άφατος στους οικτιρμούς Ιησούς Χριστός και χάθηκε από τα μάτια μου.

2) Η Ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», που γίνεται και με κομποσχοίνι, αντιστοιχεί σε πνευματική ελεημοσύνη, που νικά το έλεος του Θεού, αφού, ως γνωστόν, καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το άπειρο έλεός Του.

Ο αγιασμένος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έλεγε ότι: όχι μόνο με τη Θεία Λειτουργία αλλά και με το κομποσχοίνι, με τη λεγομένη Νοερά προσευχή, «βγάζεις ψυχές από την κόλαση και τις βάζεις στον Παράδεισο».

3) Στον πνευματικό αγώνα θα δώσουμε:

Στο σώμα τον κάματο, με τις κατά δύναμιν στρωτές μετάνοιες, την ορθοστασία, τα σταυρωτά κομποσχοίνια, τον πρόθυμο χειρονακτικό κόπο μαζί με την Ευχή, για να περιορίσουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, το αίσθημα της σωματικής ανάπαυσης. (Αυτά ισχύουν γι αυτούς που έχουν υγεία. Οι μεγάλοι στην ηλικία, οι ασθενείς, οι ανήμποροι, θα δώσουν λίγα, όσα μπορούν, αλλά με το νου καθαρό και την καρδιά γεμάτη πίστη και αγάπη.

Στην όραση θα δώσουμε την αγρυπνία, τη μελέτη της Αγίας Γραφής και ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου.

Στην ακοή θα δώσουμε την ακρόαση του θείου λόγου και της ιεράς ψαλμωδίας.

Στην όσφρηση δεν θα δώσουμε μόνο τη μυρωδιά από το θυμίαμα, αλλά θα δώσουμε και την Ευχή. Και αυτή θα μας ανταποδώσει θεία όσφρηση, με ουράνια ευωδία. Θα μυρίζουμε δηλαδή ουρανό.

Στη γεύση θα δώσουμε την εγκράτεια και την κατά δύναμιν νηστεία. Και δι αυτής, κατόπιν, πνευματικά, θα αποκτήσουμε γεύση αθανασίας και αιωνιότητας.

Στην αφή θα δώσουμε ησυχία, κόπο και πόνο, με κάποιες μορφές τραχύτητας και κακοπάθειας. (Με τη σύμφωνη πάντοτε γνώμη του Πνευματικού οδηγού).

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η Ευχή μέσα στον κόσμο» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Περί Πίστεως

1) Τι είναι ΠΙΣΤΙΣ; Πίστη είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» δηλαδή πίστη στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σεσαρκωμένο Λόγο και στο ΄Αγιο Πνεύμα. Στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική και Ορθόδοξο Εκκλησία. Στο ένα Βάπτισμα και σε όσα περιλαμβάνονται στο ΣΥΜΒΟΛΟ της ΠΙΣΤΕΩΣ.

Η πίστη μας στο Χριστό και την αγία Του Εκκλησία δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση που τη μαθαίνουμε από τα βιβλία. Αλλά, ακούμε περί πίστεως, «η πίστις εξ ακοής» όπως λέγει η Αγία Γραφή.

Δεν είναι ατομική, προσωπική ή υποκειμενική γνώμη η πίστη. Δηλαδή δε μπορούμε να έχουμε γνώμη και να πούμε τι είναι πίστη.

Πολλοί μου λένε «Εγώ πάτερ πιστεύω αυτό». Ο άλλος μου λέγει: «Εγώ πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη…» και τι παρατηρείται; Ο επιστήμων έχει «πιστεύω». Πιστεύει στην επιστήμη του, στην παρατήρησή του και στο πείραμα. ΄Εχει και ο αθλητής «πιστεύω». Πιστεύει στους μύς, στη δόξα, στη διάκριση της «πρωτιάς». Ο έμπορος και ο πλεονέκτης έχουν «πιστεύω», αλλά το «πιστεύω» τους βρίσκεται στο κέρδος. ΄Εχει και ο υλιστής το φανατικώτατο δικό του «πιστεύω», την ύλη και το μηδέν. Ανάλογα δηλαδή με αυτά που καλλιεργούμε μέσα μας, ανάλογα με τα πάθη και τις αδυναμίες μας έχουμε και ένα «πιστεύω».

2) Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να «πιάνει» η ψυχή εν Αγίω Πνεύματι τα ουράνια. Είναι ο φωτισμός, που φέρνει κάτω από τον πνευματικό έλεγχο του νου και της καρδιάς τα ουράνια και ασύλληπτα μυστήρια του Θεού, σαν να είναι μια απτή πραγματικότητα. Αυτό είναι πίστις!

 3) Πίστη, κατά το αγιογραφικό είναι: «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», δηλαδή η υπόσταση εκείνων των αγαθών, που ελπίζουμε να απολαύσουμε, και που γίνονται χειροπιαστά στη ψυχή μας από τώρα. Είναι ακόμη, η πίστη ένας έλεγχος δηλαδή μια απόδειξη, μια φανέρωση, των αδήλων πραγμάτων του Θεού, που δεν βλέπονται με τα σωματικά μας μάτια, αλλά που έχουμε πνευματική πληροφορία περί αυτών και που μπορούμε να τα απολαμβάνουμε με τις πραγματικές μας αισθήσεις από τώρα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου Πίστεως» του π. Στεφάνου Αναγωνστοπούλου

 

Εισαγωγικά στη Θεία Λειτουργία

1) Η Θεία Λειτουργία είναι η δημόσια λατρεία όλων των πιστών. Προσφέρεται η λατρεία αυτή από το λαό του Θεού και το Λειτουργό ιερέα, προς το Θεό. Η θεία της δωρεά και ο σωτήριος καρπός της, δηλαδή η λυτρωτική Θυσία, είναι για όλους εμάς, που αποτελούμε το λαό του Θεού. ΄Αρα η Θεία Λειτουργία γίνεται από το λαό του Θεού για το λαό του Θεού. Από μας και για μας .

Επομένως, λαός του Θεού είναι και οι ιερείς και οι πιστοί Χριστιανοί, οι λαϊκοί. Εμείς οι ιερείς δε λειτουργούμε ποτέ μόνοι μας και μυστικά. Δε μπορεί, δηλαδή, ο ιερέας να τελέσει Θεία Λειτουργία, να πει «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…» και ύστερα να πει και το «Αμήν». Να λέγει «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν…» και να απαντά ο ίδιος «Κύριε ελέησον». Πρέπει να υπάρχει έστω και ένας ακόμη. Να υπάρχουν τουλάχιστον δύο: ο ένας να λειτουργεί και ο άλλος να αντιπροσωπεύει τους λαϊκούς.

2) Εμείς, ως λαός του Θεού, τελούμε τη Θεία Λειτουργία, δια μέσου όμως των ιερέων και των επισκόπων, που με τη χειροτονία τους έχουν τη Χάρη της Ιερωσύνης. Άλλο όμως οι λαϊκοί και άλλο οι ιερείς, οι Λειτουργοί του Υψίστου.

Οι ιερείς είναι οι λογικοί ποιμένες, που ποιμαίνουν την Εκκλησία του Χριστού, ενώ οι λαϊκοί είναι τα λογικά ποιμαινόμενα πρόβατα της Μάνδρας του Χριστού. Ο ιερέας, ως Λειτουργός του Υψίστου, που ιερουργεί τα πανάχραντα Μυστήρια, είναι συγχρόνως και μέλος του Σώματος του Χριστού. ΄Ολοι μαζί είμεθα μέλη Χριστού. Είμεθα και αλλήλων μέλη, είμεθα ο λαός του Θεού, είμεθα η Εκκλησία του Χριστού, το Σώμα του Χριστού.

3) ΄Οσα αισθάνεται και ζη ο άξιος ιερέας, που λειτουργεί, και εκείνος, που αξίως συμμετέχει στη Θεία Κοινωνία, δε μπορεί να τα περιγράψει ούτε να τα εκθέσει. Δε μπορεί να τα πη με λόγια, να τα βάλει πάνω στο χαρτί και να τα γράψει. Αυτά που ζη κανείς, δε λέγονται, γιατί δε μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Κινδυνεύει δηλαδή να κενωθεί η αλήθεια, η αλήθεια του μεγάλου Μυστηρίου, που δε βρίσκεται στα λόγια, στις ωραίες ποιητικές εκφράσεις, στα τυχόν καλολογικά στοιχεία, που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά στο απροσπέλαστο ΓΕΓΟΝΟΣ της Μεταβολής των Τιμίων Δώρων, του άρτου και του οίνου, του ψωμιού και του κρασιού, σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Τα λόγια μειώνουν το γεγονός…Το γεγονός αυτό βιώνεται όμως ψυχοσωματικά:

–Ανάλογα με την πνευματικότητα του πιστού.

–Ανάλογα με την πίστη του.

–Ανάλογα με την καθαρότητα του.

–Ανάλογα με τη μετάνοιά του.   

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Οι τρεις τελευταίες επιθυμίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ευρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, ο Μέγας Αλέξανδρος συγκάλεσε τους στρατη­γούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του που ήταν:
Πρώτο: Να μεταφερθεί το φέρετρό του στους ώμους από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής του.
Δεύτερο: Τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει (ασήμι, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους) να τους σκορπίσουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον τάφο του.
Και τρίτο: Τα χέρια του να μείνουν να λικνίζονται στον αέρα, έξω από το φέρετρο, σε θέα όλων.

Ένας από τους στρατηγούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε τον Μέγα Αλέξανδρο ποιοι ήταν οι λόγοι που ήθελε να γίνουν τα παραπάνω και  ο Αλέξαν­δρος του εξήγησε:
Πρώτο: Θέλω οι πιο διαπρεπείς γιατροί να σηκώσουν το φέρετρό μου, για να μπορούν να δείξουν με αυτό τον τρόπο ότι ούτε εκείνοι δεν έχουν, μπροστά στο θάνατο, τη δύναμη να θεραπεύουν!
Δεύτερο: Θέλω το έδαφος να καλυφθεί από τους θησαυρούς μου, για να μπορούν όλοι να βλέπουν ότι τα αγαθά που αποκτούμε εδώ, εδώ παραμένουν!
Και τρίτο: Θέλω τα χέρια μου να αιωρούνται στον αέρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν ότι ερχόμαστε με τα χέρια άδεια και με τα χέρια άδεια φεύγουμε, όταν τελειώσει για εμάς ο πιο πολύτιμος θησαυρός που είναι ο χρόνος!

Ο χρόνος είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός που έχουμε, γιατί είναι περιορισμένος. Μπορούμε να δημιουργήσουμε χρήμα, αλλά όχι περισσότερο χρόνο. Όταν αφιερώνουμε χρόνο σ΄ ένα πρόσωπο, του παραχωρούμε ένα μέρος από τη ζωή μας που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να αναπληρώσουμε γιατί ο χρόνος είναι η ζωή μας. Το καλύτερο δώρο που μπορείς να δώσεις σε κάποιον είναι ο χρόνος σου!!!

Και εσύ, άνθρωπε μου, αν έχεις τη «διαίσθηση», θα καταλάβεις ποιος, πότε και γιατί σου δίνει το ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΩΡΟ!!!

 

Οι Άγιοι Πάντες

Οι ΄Αγιοι Πάντες πρόσφεραν το σώμα τους και την ψυχή τους στο Θεό. Και όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και ό,τι είχαν και ό,τι υπήρχε γύρω τους. Γιατί άλλο είμαστε εμείς, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, άλλο αυτά που μας ανήκουν και άλλο όσα μας περιβάλλουν. Ο εαυτός μας είναι: ο νους και η ψυχή μας. Αυτά που μας ανήκουν είναι: το σώμα μας. Και αυτά που μας περιβάλλουν είναι: τα κτήματα και τα υπόλοιπα υλικά αγαθά.

Οι ΄Αγιοι, λοιπόν, Πάντες πρόσφεραν τους εαυτούς τους στο Θεό, με όλη την καρδιά τους, με όλη τη ψυχή τους με όλη τη δύναμή τους, όπως λέγει η Γραφή.(Ματθ. 22,37) Και καταφρόνησαν όχι μόνο παιδιά, γυναίκες, γονείς, συγγενείς, φίλους, δόξα, χρήμα­τα και όλη τους την περιουσία, αλλά και αυτά τα ίδια τα σώματά τους γενόμε­νοι «ολοκαυτώματα λογικά,…προσφοραί δεκταί, της αληθείας κηρύγματα, του ψεύδους στηλιτεύματα, νόμου συμπλήρωσις,…πλάνης κατάλυσις, κακίας διωγμός, αμαρτίας κατακλυσμός, κόσμου καθάρσιον» κατά τον ΄Αγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου P.G. 35,1173D)

Οι ΄Αγιοι Πάντες είναι τα «πρόβατα που γνωρίζουν το Θεό και γνωρίζονται απ΄ Αυτόν». Είναι τα «πρόβατα που ακούνε τη φωνή» Του, υπακούουν στο λόγο Του, τηρούν τις εντολές Του, αποκτούν τις θεοαρετές και γίνονται οικειότεροι στο Θεό. Και όσο οικειότεροι γίνονται τόσο περισσότερο Τον γνωρίζουν και γνωρίζονται απ΄ Αυτόν…

Το μαντρί των Αγίων Πάντων είναι από παντού ασφαλισμένο και προφυλαγμένο, όπως είπε ο Κύριος «Δεν το παραβιάζουν οι κλέφτες, ούτε το κλέβουν, ούτε τίποτε άλλο βλαβερό μπορούν να σχεδιάσουν εις βάρος του». (Ματθ. 6,20).

Ας προσευχηθούμε λοιπόν αδελφοί μου, ν΄ αξιωθούμε να πάμε και εμείς στο ίδιο κοπάδι με τους Αγίους Πάντες και να βρεθούμε στον τόπο της μακαρίας απολαύσεως και αναπαύσεως που θα τύχουν αυτοί. Γιατί, και αν ακόμα δεν φθάσουμε στην κατάσταση των Αγίων Πάντων, και δεν είμαστε άξιοι να απολαύσουμε την ίδια δόξα μ΄ εκείνους, όμως μπορούμε να μη χάσουμε τον Παράδεισο αν ζούμε με νήψη και βιάζουμε λίγο τους εαυτούς μας, όπως λέγει ο ΄Αγιος Κλήμης επίσκοπος Ρώμης: «Και αν ακόμα δεν στεφανωθεί κανείς, ας φροντίσει τουλάχιστον να μη βρεθεί μακρυά απ΄ αυτούς που στεφανώνονται».

Σε ένα παλάτι λέγει ο ίδιος ΄Αγιος υπάρχουν ανώτερες και λαμπρές τάξεις, όπως: ο βασιλιάς, η σύγκλητος, οι πατρίκιοι, οι στρατηλάτες, οι ύπαρχοι…που είναι οι τιμημένες τάξεις. Υπάρχουν όμως, στο ίδιο παλάτι, και μερικοί άλλοι που είναι εργαζόμενοι με πολύ μικρό μισθό. Παρόλα αυτά όμως θεωρούνται και αυτοί ότι είναι στην υπηρεσία του βασιλιά και βρίσκονται μέσα στο παλάτι. Και μολονότι δεν έχουν την δόξα των μεγάλων, πάντως βρίσκονται εκεί μέσα. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει να προοδεύουν σιγά-σιγά και να αξιώνονται να καταταχθούν στις ανώτερες τάξεις και να πάρουν μεγάλα αξιώματα. Κατά τον ίδιο τρόπο και εμείς, ας φροντίσουμε να ξεφύγουμε από την έμπρακτη αμαρτία, για να γλυτώσουμε τουλάχιστον από τον ΄Αδη. Και έτσι να μπορέσουμε, χάρη στη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να αξιωθούμε και αυτής της ίδιας εισόδου του Παραδείσου, με τις πρεσβείες Πάντων των Αγίων. Αμήν.

(Αββά Δωροθέου, ΄Εργα Ασκητικά, Καρέας 1991, σελ. 375 κ.ε)  

Περί Αγάπης

1)  Για να αγαπήσει κανείς το Θεό θα πρέπει να αγαπήσει τον πλησίον, ο οποίος είναι η εικόνα του Θεού. Και αφού αγαπήσει τον πλησίον, τότε θα αισθανθεί και την αγάπη προς το Θεό. Η αγάπη όμως προς τον πλησίον έχει μέτρο ανοχής και υπομονής, δηλαδή μετριέται από το μέγεθος των θυσιών, που κάνουμε γι΄ αυτόν.

2)  Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να τον σκέπτεσαι, να μιλάς μ΄ αυτόν, να είσαι μαζί του. Η ψυχή που αγαπά τον Κύριο ως Πατέρα και Δημιουργό της  παρουσιάζεται μπροστά Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, γιατί είναι ο Κύριος της και με αγάπη, γιατί  Τον ξέρει ως Πατέρα γεμάτο έλεος, που η Χάρις Του είναι γλυκύτερη από κάθε τι άλλο. Τον βλέπει ακόμη και Τον γνωρίζει και ως Σωτήρα, διότι για χατίρι της ανέβηκε πάνω στο Σταυρό.

3)  Στον Παράδεισο δεν θα υπάρχει συζήτηση. Εκεί όλοι θα είναι γεμάτοι και δεν θα έχουν ανάγκη να συζητούν. Η συζήτηση γίνεται επειδή υπάρχει ανάγκη κοινωνίας. Όταν ο άνθρωπος πληρώνεται από την αγάπη του Θεού τότε παύει αυτή η «εξ ανάγκης κοινωνία», πού είναι κοινωνία των ανθρώπων.

Αποσπάσματα από το βιβλίο Ανασασμοί Σωτηρίας του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου