Η ΕΥΧΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ευχή και πόλεμος του διαβόλου

Όταν πολεμείται ο εν μετανοία αγωνιζόμενος χριστιανός, αντιπαλεύει και αντιμάχεται στις προσβολές, που δέχεται από το διάβολο. Και όταν προσβάλλεται από τους λογισμούς, αντιστέκεται με το έργο της Ευχής, προφορικής και νοεράς. Όταν, πάλι, πολιορκείται από τις επιθέσεις των δαιμόνων, με οποιονδήποτε τρόπο, και ειδικότερα όταν βομβαρδίζεται μανιακώς μέσα του, εσωτερικά, και ταράσσεται για τον άλφα ή βήτα λόγο, επικαλείται σε βοήθεια το πυρ εξ ουρανού, λέγοντας συνεχώς και αδιαλείπτως: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», διότι «ο Θεός ημών (εστί) πυρ καταναλίσκον» και Αυτός θα διαλύσει τις φάλαγγες των δαιμόνων και τους αχυρώδεις, ακάθαρτους, πονηρούς, αισχρούς και βλασφήμους λογισμούς.

Όπου πορεύεται κάποιος βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί. Έτσι, όπου πηγαίνει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, φυγαδεύονται των δαιμόνων οι φάλαγγες, καθότι «εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων», δηλαδή των δαιμόνων.

Καθημένου του Ιησού Χριστού, του Κυρίου του ουρανού και της δόξης, επί του θρόνου της καρδιάς, τα πάντα υποτάσσονται και υπακούουσιν Αυτώ. Χαρά μεγάλη στον ουρανό της καρδιάς. Διότι αν για κάθε άνθρωπο, που μετανοεί, γίνεται «χαρά εν εν τω ουρανώ», πολύ περισσότερο όταν την καρδιά επισκέπτεται η σωστική θεία Χάρις του Αγίου εν Τριάδι Θεού και δη του Σαρκωθέντως Λόγου. Θεία μακαριότης και ευφροσύνη, απέραντη αγαλλίασης!

Ας προσέξουμε, γιατί σαν πέτρα σκανδάλου, σαν δόλιος νυκτοκόρακας και σαν άγριο θηρίο επιτίθεται κατά του προσευχομένου χριστιανού ο διάβολος. Και αυτό, διότι καταφλέγεται, μαστιγώνεται και δέρνεται από την Ευχή, όπως λέγει ο Γέροντάς μου διηγούμενος κάποτε το εξής γεγονός:

Ένας νέος, πριν από χρόνια, είχε πολλά ψυχικά προβλήματα και είχε φθάσει μέχρι δαιμονοκρατίας. Απεφάσισαν οι δικοί του και ο ίδιος, να μεταβή στο Άγιον Όρος και να ενταχθή σε μια συνοδεία.
Ο Γέροντας της συνοδείας, Ιωσήφ ο Ησυχαστής, περίφημος για την δύναμη της προσευχής του, τον κράτησε, του έμαθε την προφορική Ευχή και τον έβαλε να σκαλίζει μερικά ξύλινα Σταυρουδάκια. Οποιαδήποτε και αν ήταν η εργασία του, νύχτα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, μέσα στη εκκλησία και έξω από αυτήν, όπου και αν ευρίσκετο, θα έπρεπε να λέει συνεχώς με το στόμα του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

Πολλές φορές αναποδογύριζε τα τραπέζια, έκανε άνω-κάτω το μικρό κελλάκι του, κλείδωνε τις πόρτες, ξερρίζωνε τα μικρά σπαρμένα λαχανικά, έκοβε τα δενδράκια, πετούσε πέτρες, φώναζε, τσίριζε, έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Και μάλιστα μέσα στη νύχτα συνέβαινε με γυναικεία φωνή να βωμολοχεί χυδαιότατα και να ακούγεται η φωνή του διαβόλου, η οποία του έλεγε:
-Πάψε, με καις! Πές τίποτα άλλο, πες ότι θες, πες από τη Λειτουργία, ψάλλε από το πρωί μέχρι το βράδυ, μόνο αυτό το Όνομα μη λες! Του έλεγε ακόμα:
-Γιατί δεν πας μέσα να βοηθήσεις τον Γέροντα, που είναι μεγάλος και να ψάλλεις μαζί του στην Λειτουργία; (Στην Λειτουργία τον ήθελε ο διάβολος να ψαλλει, την Ευχή όμως δεν τον ήθελε να την λέει!!! Επομένως, καταλαβαίνετε τι αξία έχει αυτό το Όνομα, όταν λέγεται συνεχώς!!!).
Και ο δαιμονισμένος εκαθαρίστηκε και θεραπεύθηκε τελείως. Η δε συμβουλή του Γέροντος Ιωσήφ ήταν να μην βγει έξω, στον κόσμο, διότι το κακό θα επαναλαμβανόταν, με την κοσμική ζωή που θα έκανε.
Δεν άκουσε όμως τον όσιο αυτόν ασκητή και ησυχαστή των ημερών μας (που διέδωσε την Νοερά προσευχή στα νεώτερα χρόνια μας, από το 1950 και έπειτα, σε ολόκληρο τον κόσμο), και πράγματι, όταν γύρισε στον κόσμο, με την αμαρτωλή ζωή του, ξαναδαιμονίσθηκε. Γύρισε πίσω, στο Άγιον Όρος, αλλά το «κουσούρι» πλέον και η δαιμονοκρατία δεν έφευγε από πάνω του.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Η Ευχή μέσα στον κόσμο” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

ΔΙΑΦΟΡΑ

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά.

Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.

Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν. Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα. Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα. Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.

Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

ΔΙΑΦΟΡΑ, ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Ο Βίος της Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας

DSC00467Η Μεγαλομάρτυς Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του  αυτοκράτορα Μαξιμιανού (284—305) και καταγόταν από την Ηλιούπολη. Την εποχή αυτή τοπάρχης της πόλεως ήταν ο πατέρας της, ο οποίος ονομαζόταν Διόσκορος και ήταν πολύ πλούσιος. Έμενε σε κάποιο χωριό Γελασσόν το οποίο ήταν μακριά από την πόλη.Οι ιστορικές πληροφορίες δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και στο φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Ίσως να είχε πεθάνει.

Η Βαρβάρα ήταν το μονακριβο παιδί τους. Ήταν εκπάγλου σωματικής ομορφιάς ταυτόχρονα όμως  ήταν σεμνή, ευφυής και σώφρων. Για το λόγο αυτό οι γονείς της θέλησαν να την προφυλάξουν. Έκτισαν έναν μεγάλο πύργο και την έβαλαν εκει με πολλούς υπηρέτες και κάθε ευκολία γύρω της. Όταν έφθασε η κόρη σε ηλικία γάμου, πολλοί από τους πρώτους της πόλεως κατέφθαναν για να τη ζητήσουν σε γάμο από τον πατέρα της. Μία ημέρα, πήγε ο πατέρας της να την επισκεφθεί στον πύργο της  και την ρώτησε αν ήθελε να παντρευτεί ωστόσο πρωτού ακόμα τελειώσει τον λόγο του, τον διέκοψε η Βαρβάρα με αγανάκτηση και είπε: <<Δεν θέλω να ξανακάνεις τέτοιο λόγο διότι θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου και θα χάσεις τότε το τέκνο σου>>. Δεν την πίεσε περισσότερο, διότι πίστευε ότι με τον καιρό και με διάφορες κολακίες θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη και να δεχτεί να παντρευτεί.

Εκείνες τις ημέρες αποφάσισε ο πατέρας της να χτίσει ένα λουτρό έξω από τον πύργο και αφού έκανε τα σχέδια τα παρέδωσε στους οικοδόμους και έφυγε για κάποια υπηρεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επειδή αργούσε ο Διόσκορος να έρθει, πήγε η Βαρβάρα να επιβλέψει το  λουτρό που χτιζόταν. Είδε ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τους χτίστες γιατί υπήρχαν μόνο δύο παράθυρα; Και της είπαν ότι αυτή την διαταγή έδωσε ο πατέρας της. Τους είπε τότε, να κάνουν ένα ακόμη παράθυρο και αν τους πει κάτι ο πατέρας της, θα του αποκριθεί η ίδια. Παρακολουθούσε την οικοδομή η Βαρβάρα, και χαιρόταν με τα τρία παράθυρα που έγιναν καθως είχαν για αυτή συμβολικό νόημα.  Εν τέλει αυτή η αγάπη της Βαρβάρας για Θεική αγάπη ολοένα και μεγάλωνε ώστε στάθηκε και η αιτία ο Θεός να πλημμυρήσει την ψυχή της με Άγιο πνεύμα αλλά και να της φανερώθει.  Μια μέρα καθώς ήταν στο λουτρό και κοίταζε προς την ανατολή σχημάτησε με το δάκτυλο της πάνω στο μάρμαρο το σημείο του Σταυρού το οποίο  χαράχτηκε τόσο βαθιά ώστε να είναι οράτο ακόμα και σήμερα στους επισκέπτες. Το συγκεκριμενο σημείο  αποτελεί μνημείο φανέρωσης των καρπών της αληθινής και πηγαίας πίστεως , της παντοδυναμίας του Θεού αλλά και μέρος όπου έχουν καταγραφεί πάμπολλα θαύματα.

Η Βαρβάρα ζούσε σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της ήταν αφάνταστη. Ένιωθε την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλάβαινε όλο και πιο πολύ ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δεν έχουν καμμιά αξία μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζούσε πλέον  χωρίς τον πραγματικό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Θυσίασε τα πάντα για να κερδίσει «τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και πρό παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά σκιρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις του μαρτυρίου προκειμένου να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή. Κάποια μέρα καθώς επέστρεφε η Αγία, παρατήρησε τα είδωλα που προσκυνούσε ο πατέρας της και στενάζοντας από τα βάθη της ψυχής της για  την αναισθησία και την τυφλότητα του πατέρα της τα έπτυσε και είπε: << Όμοια με σας να γίνουν όσοι σας προσκυνούν και καλούν τη βοήθειά σας>>.

Μετά από μερικές ημέρες επέστρεψε  ο Διόσκορος και καθώς είδε το τρίτο παράθυρο απόρησε πως το έκαναν χωρίς αυτός να παραγγείλει. Οι δε τεχνίτες είπαν την αλήθεια. Ρώτησε ο Διόσκορος για το τρίτο παράθυρο την κόρη του και εκείνη του είπε ότι πράγματι αυτή το ζήτησε  γιατί φαίνεται πιο όμορφο με τα τρία παράθυρα. Οργίζεται τότε ο πατέρας της, και της ζητάει τον αληθινό λόγο. Λέγει η Βαρβάρα ότι τρείς θυρίδες φωτίζουν κάθε άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμο εννοώντας την Αγία Τριάδα. Όταν άκουσε αυτά ο πατέρας της την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερε στο λουτρό και της λέει. Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων να φωτίζει κάθε άνθρωπο; Του λέει η Βαρβάρα. Πατέρα να σου εξηγήσω. Κάνει το σημείο του Σταυρού, και του δείχνει τα τρία δάκτυλα. Πατήρ, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίση νοερά καταλάμπει. Η Βαρβάρα τότε είπε στον πατέρα της ξεκάθαρα πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση. Ακούγοντας αυτά ο Διόσκορος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Γι’ αυτό της ζήτησε την επόμενη μέρα να τον ακολουθήσει σε μια ειδωλολατρική τελετή. Η Βαρβάρα αρνήθηκε και βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της φούντωσε από το κακό του. Άδειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Ο αληθής αυτός λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον πατέρα της, ο οποίος ήταν συνηθισμένος να προσκυνεί τα ψευδή αγάλματα αλλά αντί να ηρεμίσει έσυρε το ξίφος, για να την σκοτώσει. Γλίτωσε την τελευταία στιγμή τρέχοντας μακριά. Έφθασε σε ένα όρος εκεί κοντά, και ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, δια Θείου θαύματος κόπηκε μία πέτρα στα δύο και η Αγία κρύφτηκε μέσα της. Ο πέτρινος εκείνος άνθρωπος δεν μετανόησε καθώς είδε το θαύμα μπροστά του, αλλά ως παιδί του διαβόλου έτρεχε πάνω κάτω να την βρει. Βλέπει δύο βοσκούς και τους ρωτά αν είδαν που πήγε η Βαρβάρα. Ο ένας, καλοκάγαθος, προτίμησε να πεί ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος, άθλιος και πονηρός δεν μίλησε αλλά με το δάκτυλό του έδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένη.Όμως η θεία δίκη δεν άφησε ατιμώρητον αυτόν τον ύπουλο και πονηρό άνθρωπο. Όλα τα πρόβατα του κακότροπου βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν εκεί μέχρι τέλος και περικύκλωσαν τον τάφο της Αγίας. Όταν την βρήκε ο Διόσκουρος την έδειρε αλύπητα και τραβώντας την από τα μαλλιά την έσυρε πίσω στο σπίτι. Την έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο την κλείδωσε βάζοντας φύλακα.

Τότε πήγε στον ηγεμόνα Μαρκιανό ο οποίος εξουσίαζε την πόλη, και είπε. Η κόρη μου περιφρονεί τους θεούς μας και μόνο τον Εσταυρωμένον αγαπά με όλη την ψυχή της. Εδώ σου την παραδίδω να μην την λυπηθείς και να την τιμωρήσεις με όποιο τρόπο μπορέσεις. Όταν έφυγε ο Διόσκορος, διέταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του να την εξετάσει. Όταν είδε την ομορφιά της και την σεμνότητα της ξέχασε για λίγο τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Διόσκορο και άρχισε με κολακίες να προσπαθεί να την μεταπείσει. Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου; Γιατί δεν προσφέρεις θυσία στους θεούς που λατρεύουν οι γονείς σου; Λυπάμαι να θανατώσω μία τόσο ωραία κοπέλα. Η Βαρβάρα απεκρίθη. Εγώ προσφέρω θυσία μόνον στον αληθινό Θεό μου που δημιούργησε τον ουρανό και τη γή. Δεν προσφέρω θυσία στα αγαλματάκια σας που έγιναν από χέρια ανθρώπων και είναι άψυχα και ανίσχυρα. Μόλις άκουσε αυτά ο εξουσιαστής διέταξε να την γυμνώσουν και να την δείρουν σκληρά σε όλο της το σώμα με βούνευρα. Μετά να τρίψουν τις πληγές της με ύφασμα. Με αυτο τον τρόπο την βασάνισαν σκληρά. Στη συνέχεια την έβαλαν στην φυλακή. Κατά τη διάρκεια της νυκτός εφάνη ένα φως μέσα στην φυλακή η οποία άστραψε ολόκληρη. Πάνω από το φως αυτό εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, ο οποίος ενεθάρρυνε την Βαρβάρα να μην φοβηθεί και εκείνος την διαβεβαίωσε ότι θα είναι κοντά της βοηθός. Αυτά της είπε και ευθέως όλες οι πληγές της εξαφανίστηκαν. Και αισθάνθηκε μία αγαλλίαση ανέκφραστη. Μία γυναίκα έτυχε να βρεθεί εκεί και να δεί το θαύμα, Ιουλιανή ονομαζόμενη και αποφάσισε με την πρώτη ευκαιρία να αρνηθεί και αυτή τη θυσία των ειδώλων και να πάρει και αυτή την ίδια δόξα. Την άλλη μέρα διέταξε να φέρουν πάλι την Μάρτυρα για εξέταση. Όταν την είδαν όλοι να είναι  τελείως υγιής  χωρίς πληγές έμειναν άφωνοι. Ο ασεβής ηγεμών τυφλωμένος από την πλάνη του δεν θέλησε να δει την αλήθεια και τον αληθινό Θεό, αλλά λέει : <<Βλέπεις Βαρβάρα πόση δύναμη έχουν οι θεοί μου που σε λυπήθηκαν και σε έκαναν τελείως καλά;>>. Και απεκρίθη η Αγία: << Οι θεοί σου που είναι τυφλοί και δεν μπορούν να ιδούν όπως εσύ, πως είναι δυνατόν να κάνουν τέτοιο θαύμα; Όχι λοιπόν δεν με θεράπευσαν οι θεοί σου, αλλά ο αληθινός Θεός ο Χριστός μου τον οποίον δεν μπορείς να δείς γιατί οι οφθαλμοί  της ψυχής σου είναι τυφλοί>>. Όταν τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να καταξεσκίσουν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια, τα πληγωμένα μέλη της να τα κάψουν με λαμπάδες, και να την χτυπούν στο κεφάλι με σφυρί.

Έτυχε πάλι να βρεθεί εκεί κοντά η Ιουλιανή, και βλέποντας τα βασανιστήρια και το αίμα που έτρεχε, μην μπορώντας να δώσει κάποια βοήθεια πήγε κοντά της και έκλεγε με δάκρυα πικρά. Βλέποντας την ο ηγεμόνας ρώτησε πια είναι και τι κάνει. Του είπαν ότι και αυτή χριστιανή είναι και κλαίει από συμπάθεια προς την Αγίαν. Πρόσταξε τότε να κρεμάσουν και αυτήν δίπλα στην Βαρβάρα. Και να κάνουν τα ίδια βασανιστήρια και σε αυτήν. Καθώς βασανιζόταν η Ιουλιανή ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον Ουρανό και είπε: << Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι για την αγάπη σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά, μην με εγκαταλείψεις, και μην με αφήσεις να με νικήσει ο άθλιος τούτος και καυχηθεί δια εμέ αλλά αξίωσε με να αντέξω μέχρι τέλους να λάβω κι’ εγώ το στέφανο της αθλήσεως>>.

Ενώ η Ιουλιανή εδέετο προς τον Θεό, διέταξε ο σκληρόκαρδος άρχοντας να κόψουν τους μαστούς και των δύο γυναικών. Η απάνθρωπος αυτή ενέργεια δεν μετέτρεψε την γνώμη αυτών, αλλά αντιθέτως η Βαρβάρα έψαλε, λέγοντας :<< Κύριε μη απορρίψεις με από του προσώπου σου και το Πνεύμα σου το Άγιο μη αντανέλης απ’ εμού>>. Αφού άντεξαν και αυτό το βασανιστήριο διέταξε να κλείσουν την Ιουλιανή στην φυλακή την δε Βαρβάρα να την περιφέρουν γυμνή στην πόλη και συγχρόνως να την δέρνουν. Η δε Μάρτυς δεν εφοβήθη τον δαρμό που θα της έκαναν, αλλά τον θεατρινισμό που θα την παρουσίαζαν. Ύψωσε τα μάτια της στον Ουρανό και είπε:<<Κύριε μην αφήσεις να δουν την γύμνωσιν μου>>. Ευθείς εφάνη πάνω σε χερουβικό άρμα ο Χριστός, θεράπευσε ξανά τις πληγές της Αγίας και Άγιοι Άγγελοι την έντυσαν με στολή λαμπροτάτη. Οι  υπηρέτες την παρουσίασαν στον ηγεμόνα και καθώς την είδε , κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την νικήσει και διέταξε να τις αποκεφαλίσουν και τις δύο.

Σε όλα τα βασανιστήρια ο αιμοβόρος πατέρας της ήταν παρών. Δεν πόνεσε η ψυχή του καθόλου. Μάλιστα νόμιζε ότι θα τον κατηγορήσουν ως άνανδρο αν άφηνε άλλον να την φονεύσει.Έτσι, όταν ο δικαστής έδωσε αυτή την διαταγή αποκεφαλισμό την άρπαξε ο ίδιος για να τη σκοτώσει.  Ωστόσο η Βαρβάρα και η Ιουλιανη ενώ πήγαιναν στον τόπο του θανάτου αντί να φοβουνται, έχαιραν σαν να πήγαιναν σε εορτή. Η δε Αγία προσεύχονταν προς τον Θεόν λέγοντας:<< Κύριε υπάκουσον με την δούλη σου δεξαμένη. Ναι Κύριε μου, παρακαλώ εκ βάθους ψυχής όποιος μνημονεύει το Μαρτύριο μου εις δόξα του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη λάβει το σπίτι του καμία λοιμώδη ασθένεια και καμία θανατηφόρος ασθένεια να μην λυπήσουν αυτόν και την οικογένειά του>>. Καθώς έλεγε αυτά η Μάρτυς ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, καλώντας την μαζί με την Ιουλιανή να έρθουν να λάβουν το στέφανο της νίκης και με την υπόσχεση ότι το αίτημα της θα πραγματοποιηθεί. Αυτά άκουσε η Μάρτυς Βαρβάρα , και πήρε θάρρος και έτρεχε γρηγορότερα να φτάσει στον τόπο της εκτελέσεως. Μόλις έφθασε εκεί έγειρε αμέσως το κεφάλι της και ο δήμιος πατέρας της την αποκεφάλισε. Η θεία δίκη δεν άργησε να έρθει για τον ασεβή πατέρα. Καθώς κατηφόριζε στην επιστροφή, ένας κεραυνός έπεσε πάνω του, και δεν βρέθηκε ίχνος από αυτόν. Έτσι ο βδελυρός αυτός άνθρωπος έχασε και την παρούσα αλλά και την αιώνια ζωήν. Μάλιστα η θεία αυτή οργή δεν περιορίστηκε μόνο στον πατροκτόνο Διόσκορο αλλά μέχρι του ηγεμόνος Μαρκιανού έλαμψε ο κεραυνός σαν προειδοποίηση της αιωνίας κολάσεως.

Ένας ευσεβής χριστιανός, ονομαζόμενος Ουαλεντίνος, πήρε τα ιερά σώματα των δύο μαρτύρων και τιμώντας τα με ψαλμωδίες τα μετέφερε στο χωριό Γελασσόν όπου και ενταφιάστηκαν ιεροπρεπώς. Το μαρτύριο αυτών ας είναι ίαση ασθενιών και αγαλλίαση ψυχής. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Χριστού μας. Αμήν.

ΔΙΑΦΟΡΑ

Παραινέσεις με ακροστιχίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Αρχή πάντων και τέλος ποιού Θεόν.

Βίου το κέρδος, εκβιούν καθ΄ ημέραν.

Γίνωσκε πάντα των καλών τα δράματα.

Δεινόν πένεσθαι, χείρον δ΄ ευπορείν κακώς.

Ευεργετών νόμιζε μιμείσθαι Θεόν.

Ζήτει Θεού σοι χρηστότητα χρηστός ών.

Η σάρξ κρατείσθω και δαμάσθω καλώς.

Θυμόν χαλινού, μη φρενών έξω πέσεις.

΄Ιστη μεν όμμα, γλώσσα δε στάθμην έχοι.

Κλείς ωσί κείσθω, μηδέ πορνεύοι γέλως.

Λύχνος βίου σοι παντός ηγείσθω λόγος.

Μη σοι το είναι τω δοκείν υπορρέοι.

Νόει τα πάντα, πράσσε δ΄ ά πράσσειν θέμις.

Ξένον σεαυτόν ίσθι, και τίμα ξένους.

΄Οτ΄ ευπλοείς, μάλιστα μέμνησο ζάλης.

Πάντ΄ ευχαρίστως δεί δέχεσθαι τα εκ Θεού.

΄Ράβδος δικαίου πλείον, ή τιμή κακού.

Σοφών θύρας έκτριβε, πλουσίων δε μη.

Το μικρόν ου μικρόν, όταν εκφρέρη μέγα.

΄Υβριν χαλινού, και μέγας έση σοφός.

Φύλασσε σαυτόν, πτώμα δ΄ άλλου μη γέλα.

Χάρις φθονείσθαι, το φθονείν δ΄  αίσχος μέγα.

Ψυχή θύοιτο μάλλον ή το πάν Θεώ.

΄Ω τις φυλάξει ταύτα, και σωθήσεται;

 

(Και η μετάφραση των στίχων)

Αρχή και τέλος  όλων όσων συμβαίνουν στη  ζωή σου να έχεις τον Θεό.

Βίου (της ζωής σου) το κέρδος είναι κάθε μέρα σου να ζης καλά (κατά Θεόν).

Γνώριζε όλες τις καλές πράξεις των αγιασμένων ανθρώπων.

Δεινόν είναι να πεινάει κάποιος, αλλά φοβερότερο είναι ο πλούτος ο παράνομος.

Ευεργετείς; Μάθε ότι μιμείσαι τον Θεό.

Ζήτα από τον Θεό να είναι οικτίρμων σε σένα, αφού πρώτα όμως εσύ έχεις σπλάχνα οικτιρμών.

Η ανθρώπινη σάρκα να συγκρατείται και να δαμάζεται.

Θυμό χαλίνωνε για να μη πέσεις έξω από τη λογική.

΄Ισια και ψηλά το βλέμμα σου να έχεις και στη γλώσσα σου μέτρο.

Κλειδωμένα να έχεις τα αυτιά σου και το γέλιο σου να είναι σεμνό.

Λυχνάρι της ζωής σου να είναι η λογική και να προπορεύται σε κάθε έργο σου.

Μη σου γλυστρά κάτω ότι φαίνεται και εκείνο που υπάρχει.

Να ερευνάς με τον νού σου τα πάντα και να πράττεις όμως όσα επιτρέπονται.

Ξένος πως είσαι να το μάθεις καλά και γι΄ αυτό να τιμάς τους ξένους.

Όταν με γαλήνη ταξιδεύεις τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα.

Πάντα να δέχεσαι ευχάριστα όσα προέρχονται από τον Θεό.

Ραβδί του δικαίου να σε κτυπά καλύτερα, παρά να σε τιμά ο κακός.

Στις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι ενώ από τις θύρες των πλουσίων να είσαι μακρυά.

Το μικρό δεν είναι μικρό όταν οδηγεί σε κάτι μεγάλο.

΄Υβριν (στην έπαρση) να βάζεις  χαλινάρι για να γίνεις μεγάλος σοφός.

Φύλαξε τον εαυτό σου από την πτώση και αν κάποιος άλλος πέσει να μη γελάς (να μη χαίρεσαι).

Χάρισμα είναι το να σε φθονούν ενώ το να φθονείς εσύ είναι μεγάλη ντροπή.

Ψυχή που προσφέρεται στον Θεό είναι η καλύτερη θυσία.

΄Ω!!! αλήθεια όποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά αυτός και θα σωθεί.

(ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ P.G. 37,908-910)

Uncategorized

Για το βιβλίο «των Μακαρισμών»

Όλοι οι ευαγγελικοί Μακαρισμοί μας προσφέρουν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα χριστιανικής ζωής, που μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Μας διδάσκουν όχι μόνο το πώς μας βλέπει και μας θέλει ο Χριστός, αλλά κυρίως μας δείχνουν ότι Αυτός είναι το μοναδικό κέντρο της μακαριότητας και της ευτυχίας του ανθρώπου, στο οποίο και πρέπει να τείνουμε.

 

Ποίοι είναι στην πραγματικότητα οι «πτωχοί τω πνεύματι»;

Είναι οι ταπεινοί και οι συντετριμμένοι στο νου και στη διάνοια.

Οι συντετριμμένοι στους λογισμούς.

Οι συντετριμμένοι στην προαίρεση και στην επιθυμία.

Είναι όλοι εκείνοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που μπορούν και καταφρονούν τον εαυτό τους παρ΄ όλα όσα γνωρίζουν και όσα κατέχουν εν Χριστώ.

Είναι όσοι έχουν το κουράγιο και την ψυχική διάθεση να μπορούν να είναι συντετριμμένοι και ταπεινοί. Γιατί θέλει μεγάλο κουράγιο και πολλή πνευματική βία και ηρωϊσμό το να μπορείς να είσαι συντετριμμένος στο πνεύμα, καθώς από τη φύση μας είμαστε εγωϊστές, υπερήφανοι, υψηλόφρονες και αλαζόνες.

Δηλαδή, «πτωχοί τω πνεύματι» είναι εκείνοι, που καλλιεργούν μέρα-νύχτα το ταπεινό φρόνημα με όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις για το «χατίρι» του Χριστού.

 

Ο «πτωχός τω πνεύματι» διακρίνεται από θεοσέβεια και από φόβο Θεού, από ταπεινό φρόνημα και από ειρήνη.

Κάθε ευσεβής χριστιανός «πτωχός τω πνεύματι» εξετάζει τον εαυτό του, βλέπει τα χάλια του και ταπεινώνεται. ΄Εχοντας την αίσθηση των πολλαπλών του αδυναμιών, των καθημερινών του πτώσεων και των αμαρτωλών συγκαταθέσεων στους λογισμούς του, που τις περισσότερες είναι υψηλόφρονες, πονηροί, διεστραμμένοι, μοχθηροί, μνησίκακοι, ζηλόφθονοι, συγκρίνει τα χάλια του με την Αγιότητα του Θεού και έτσι συντρίβεται, συστέλλεται και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, πολύ-πολύ φτωχό.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πνευματικές διαδρομές στους Μακαρισμούς” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΠΟΡΕΙΑ

Γενικά περί Αναβαθμών

1) Οι Αναβαθμοί είναι δεκαπέντε μικροί ψαλμοί, από τον 119 έως τον 133, τους οποίους διαβάζουμε σε τρεις στάσεις κατά τον Εσπερινό της Προηγιασμένης θείας Λειτουργίας…. Εκείνη την ώρα της αναγνώσεως ο Λειτουργός ιερέας με κλεισμένη την Ωραία Πύλη ετοιμάζει μέσα στο άγιο Βήμα τα Τίμια Δώρα.

Οι δεκαπέντε αυτοί ψαλμοί ήσαν ιερά «αποδημητικά άσματα» που εψάλλονταν από τους Ισραηλίτες στις μεγάλες γιορτές του Π¨ασχα, της Πεντηκοστής και της Σκηνοπηγίας. ΄Οσοι ήρχοντο από τα διάφορα μέρη της Παλαιστίνης στην Ιερουσαλήμ γι΄ αυτές τις γιορτές, ανεβαίνοντας στο Ναό έψαλλαν αυτούς τους Ψαλμούς. Αυτή η μεγάλη συγκέντρωση και προσκύνηση στο Ναό εθεωρείτο από τους Ιουδαίους ΑΝΑΒΑΣΙΣ για αυτό και οι εν λόγω δεκαπέντε ψαλμοί ονομάστηκαν ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ.

2) Οι Αναβαθμοί της Οκτωήχου του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι σαν βαθμίδες (σκαλοπάτια) που η καθημερινή τους μελέτη ανεβάζει τον νου:

– από τη γη στον ουρανό

– από το σκοτάδι της αμαρτίας στο Τριαδικό ανέσπερο Φως

– από τον παρόντα κόσμο στον κόσμο του Θεού

3) «εν τω θλίβεσθαί με, εισάκουσόν μου των οδυνών, Κύριε σοί κράζω»

Σύντροφος της ζωής μας είναι ο πόνος και η θλίψη. Και ένα είναι βέβαιο:

-ο πλούσιος και ο φτωχός,

-ο επίσημος και ο άσημος,

-ο δίκαιος και ο άδικος.

-ο καλός και ο κακός,

όλοι, μικροί, μεγάλοι, άνδρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά έχουν τις θλίψεις τους. Και επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο ο Θεός για τους λόγους που μόνο η πανσοφία Του και η πρόνοιά Του γνωρίζουν. Οι επιτρεπόμενες θλίψεις βγαίνουν από τα σπλάχνα των οικτιρμών και της αγάπης του αγίου Θεού και είναι πάντοτε για το καλό μας, για το συμφέρον της ψυχής μας, για την πνευματική ωφέλεια και σωτηρία.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Οι Αναβαθμοί στην εν Χριστώ πορεία» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΥΣ

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…»

1) Όλοι οι ευαγγελικοί Μακαρισμοί μας προσφέρουν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα χριστιανικής ζωής, που μας κάνει αληθινά ευτυχισμένους. Μας διδάσκουν όχι μόνο το πώς μας βλέπει και μας θέλει ο Χριστός, αλλά κυρίως μας δείχνουν ότι Αυτός είναι το μοναδικό κέντρο της μακαριότητας και της ευτυχίας του ανθρώπου, στο οποίο και πρέπει να τείνουμε.

 

2) Ποίοι είναι στην πραγματικότητα οι «πτωχοί τω πνεύματι»;

Είναι οι ταπεινοί και οι συντετριμμένοι στο νου και στη διάνοια.

Οι συντετριμμένοι στους λογισμούς.

Οι συντετριμμένοι στην προαίρεση και στην επιθυμία.

Είναι όλοι εκείνοι εκ των αγωνιζομένων πιστών χριστιανών, που μπορούν και καταφρονούν τον εαυτό τους παρ΄ όλα όσα γνωρίζουν και όσα κατέχουν εν Χριστώ.

Είναι όσοι έχουν το κουράγιο και την ψυχική διάθεση να μπορούν να είναι συντετριμμένοι και ταπεινοί. Γιατί θέλει μεγάλο κουράγιο και πολλή πνευματική βία και ηρωϊσμό το να μπορείς να είσαι συντετριμμένος στο πνεύμα, καθώς από τη φύση μας είμαστε εγωϊστές, υπερήφανοι, υψηλόφρονες και αλαζόνες.

Δηλαδή, «πτωχοί τω πνεύματι» είναι εκείνοι, που καλλιεργούν μέρα-νύχτα το ταπεινό φρόνημα με όλες τις ψυχοσωματικές τους δυνάμεις για το «χατίρι» του Χριστού.

 

3) Ο «πτωχός τω πνεύματι» διακρίνεται από θεοσέβεια και από φόβο Θεού, από ταπεινό φρόνημα και από ειρήνη.

Κάθε ευσεβής χριστιανός «πτωχός τω πνεύματι» εξετάζει τον εαυτό του, βλέπει τα χάλια του και ταπεινώνεται. ΄Εχοντας την αίσθηση των πολλαπλών του αδυναμιών, των καθημερινών του πτώσεων και των αμαρτωλών συγκαταθέσεων στους λογισμούς του, που τις περισσότερες είναι υψηλόφρονες, πονηροί, διεστραμμένοι, μοχθηροί, μνησίκακοι, ζηλόφθονοι, συγκρίνει τα χάλια του με την Αγιότητα του Θεού και έτσι συντρίβεται, συστέλλεται και θεωρεί τον εαυτό του φτωχό, πολύ-πολύ φτωχό.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς» του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου