Category Archives: ΔΙΑΦΟΡΑ

Η Δύναμη του Ευαγγελίου

Μία ιστορία παρμένη από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή» για έναν αξιωματικό που συναντά ο προσκυνητής.

Όταν ήμουν νέος υπηρετούσα στο στρατό έξω εις την ύπαιθρο, όχι στα γραφεία. Ήμουν καλός εις την δουλειά μου και οι ανώτεροί μου αξιωματικοί με αγαπούσαν γιατί ήμουν ένας ευσυνείδητος ανθυπολοχαγός. Ήμουν ακόμη νέος όπως και οι φίλοι μου. Δυστυχώς όμως άρχισα να πίνω και σιγά σιγά το πάθος του ποτού γιγάντωνε μέσα μου. Όταν δεν ήμουν κάτω από την επήρεια του οινοπνεύματος ήμουν τακτικός και καλός αξιωματικός, αλλά όταν έπινα εγινόμουν ανίκανος για κάθε τι, για πολλές μέρες κάθε φορά. Με ανέχθηκαν για αρκετόν καιρόν αλλά μία φορά ύστερα από πολύ ποτό, ασέβησα άσχημα εις τον διοικητή μου και ετιμωρήθηκα με φυλάκιση και υποβιβασμό εις την τάξη του στρατιώτου, για τρία χρόνια. Απειλήθηκα με ακόμη βαρύτερη τιμωρία αν εξακολουθούσα να παραδίδωμαι εις το πάθος μου αυτό της μέθης. Παρ’ όλες τις ποινές όμως και τις απειλές δεν ημπορούσα να κυριαρχήσω εις τον ευατό μου και να θεραπευθώ από το καταραμένο πάθος. Επιχειρούσα αλλά κάθε φορά απετύγχανα. Οι ανώτεροι μου απογοητευμένοι από την κατάστασή μου απεφάσισαν να με στείλουν σε σωφρονιστικές φυλακές. Όταν το έμαθα αυτό, το μαυλό μου πήγε να σταματίσει. Ήμουν απορροφημένος σε θλιβερές σκέψεις μέσα στο στρατώνα, όταν ήλθε εκεί ένας μοναχός που έκανε εράνους για μια εκκλησία. Καθένας μας του έδωσε ότι μπορούσε. Έπειτα ο μαναχός αυτός ήλθε κοντά μου και με ερώτησε γιατί ήμουν τόσο θλιμμένος. Του είπα τι μου συνέβαινε και αυτός με συμπάθησε πολύ για τη δυστυχία μου και μου είπε: «Το ίδιο συνέβηκε, κάποτε και με τον αδερφό μου. Τι νομίζεις, όμως, ότι τον εβοήθησε; Ο πνευματικός του του έδωσε ένα Τετραυάγγελο με αυστηρό κανόνα να διαβάζει ένα κεφάλαιο, χωρίς ούτε μιας στιγμής καθυστέρηση, κάθε φορά που θα αισθανόταν  την επιθυμία να πιει. Εάν η επιθυμία εξακολουθούσε, έπρεπε να προχωρήσει εις το διάβασμα και άλλου κεφαλαίου και άλλου, μέχρις ότου το πάθος θα αναχαιτιζόταν. Ο αδελφός μου ακολούθησε πιστά την συμβουλή του πνευματικού του και έπειτα από λίγο καιρό κατώρθωσε να απαλλαγεί από το πάθος του ποτού. Πάνε δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε και τα χείλη του δεν άγγιξαν ούτε σταλαγματιά από οποιοδήποτε ποτό. Κάνε το ίδιο, και θα δεις ότι και εσύ θα γλιτώσεις από τη δυστυχία αυτή. Έχω ένα Τετραυάγγελο και θα έλθω επίτηδες πάλι, για να σου το φέρω».

Τον άκουσα με προσοχή και μόλις τελείωσε του είπα: «Πως θα μπορέσουν τα Ευαγγέλιά σου να με βοηθήσουν αφού όλες οι προσπάθειες οι δικές μου και των γιατρών απέτυχαν από του να με σώσουν από το πάθος του ποτού»;  Εμίλησα κατ’ αυτόν τον τρόπο γιατί  δεν ήξερα τι είναι το Ευαγγέλιο και δεν το είχα ποτέ διαβάσει. «Μην το λες αυτό» μου είπε, ο μοναχός, «σε βεβαιώνω εγώ ότι θα σε βοηθήσει», και την άλλη μέρα μου έφερε το Τετραυάγγελο.

Το άνοιξα, έρριξα μια ματιά μέσα και είπα: «Δεν το παίρνω , γιατί πως θα το χρησιμοποιήσω μη γνωρίζοντας, όπως οι ιερωμένοι, την παλαιοσλαυονική γλώσσα»; Όμως ο μοναχός προχώρησε για να με βεβαιώσει ότι οι λέξεις αυτές καθ’ αυτές του Ευαγγελίου, είναι γεμάτες από θεία χάρη, και έχουν θεία δύναμη, επειδή με αυτές είναι γραμμένο εκείνο που ο ίδιος ο Θεός παρέδωσε και αποκάλυψε εις τους ανθρώπους. «Δεν πειράζει αν εις την αρχήν δεν καταλαβαίνεις καλά, μόνον προχώρησε εις το διάβασμα με επιμέλεια. Ένας άγιος μοναχός είπε κάποτε: “Εάν συ δεν καταλαβαίνεις τις λέξεις του Ευαγγελίου του Λόγου του Θεού, τα πονηρά πνεύματα καταλαβαίνουν τι διαβάζεις και τρέμουν”. Το πάθος σου για το ποτό είναι οπωσδήποτε σατανική ενέργεια. Θα σου πω και κάτι άλλο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει, ότι και εις το δωμάτιο όπου φυλάσσεται ένα Ευαγγέλιο τα πνεύματα του σκότους κρατούνται έξω από αυτό με τη δύναμή του, μέσα δε εκεί τρέμουν και το σκέφτονται πολύ να κάνουν κακό».

Έδωσα λίγα χρήματα εις τον μοναχό, δεν θυμάμαι πόσα, και αγόρασα το Τετραυάγγελο, το έβαλα μέσα σ’ ένα μπαούλο με άλλα πράγματα και το εξέχασα εκεί. Σε λίγο μία ταραχή για το πάθος του ποτού άρχισε να με φοβίζει. Μία ακατανίκητη επιθυμία για να πιω μ’ έκανε ώστε, σαν τρελός να σπεύσω να ανοίξω το μπαούλο για να πάρω κάμποσα χρήματα και να τρέξω στο ποτό. Αλλά τα μάτια μου έπεσαν αμέσως στο Τετραυάγγελο  και σε μια στιγμή πέρασαν ζωηρά μέσα στο μυαλό μου όλα αυτά που ο μοναχός μου είχε πει. Άνοιξα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω από το πρώτο κεφάλαιο του ευαγγελιστού Ματθαίου. ‘Εφθασα εις το τέλος του κεφαλαίου αυτού χωρίς να καταλάβω ούτε μία λέξη, αλλά θυμήθηκα πως ο μοναχός μου είχε πει: «Μη στεναχωριέσαι αν δεν καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις, μόνο προχώρησε εις το διάβασμα με επιμέλεια». Εμπρός, είπα στον ευατό μου, θα διαβάσω και το δεύτερο κεφάλαιο. Τώρα διαβάζοντας άρχισα κάπως να καταλαβαίνω κάτι.

Έτσι συνέχισα το τρίτο κεφάλαιο και έπειτα ξαφνικά σήμανε το σιωπητήριο του στρατοπέδου. Τώρα πλέον δεν επετρέπετο η έξοδος σε κανένα και έπρεπε όλοι να πάνε για ύπνο. Όταν εξύπνησα το πρωί, μαζί μου ξύπνησε και η ανεκπλήρωτη επιθυμία για να πιω, όμως, ξαφνικά, εσκέφτηκα να διαβάσω ένα ακόμα κεφάλαιο, για να έβλεπα, τέλος πάντων, ποια θα ήταν η αποτελεσματικότητα του Ευαγγελίου. Το εδιάβασα πράγματι, ηρέμισα για λίγο και δεν επήγα να αγοράσω ποτό. Ξαναγιγάντωσε σε λίγο μέσα μου η επιθυμία, αλλά ξαναδιάβασα ακόμα ένα κεφάλαιο και αισθάνθηκα ανακούφιση. Αυτό μου έδωσε θάρρος και έκτοτε κάθε φορά που αισθανόμουν τον πειρασμό του πάθους της μέθης να με κυριεύει, εδιάβαζα ένα κεφάλαιο από εκεί που είχα μείνει και κάθε φορά υπερνικούσα το πάθος.

Το περισσότερο δε, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και η κατάστασή μου καλυτέρευε και όταν πάνω-κάτω ετελείωνα την ανάγνωση των τεσσάρων Ευαγγελίων, τελείωνα και με το πάθος μου, που προχωρούσε ραγδαία προς τα πίσω, κοντεύοντας να ανήκει πια εις το παρελθόν.

Σε λίγο καιρό σιχαινόμουνα το ποτό και είναι είκοσι περίπου χρόνια, αφ’ ότου ούτε μια σταγόνα δεν έβαλα στο στόμα μου.

Όλοι εκπλαγήκανε για την μεταβολή μου αυτή. Τρία χρόνια αργότερα επανήλθα εις τον βαθμό μου, προβιβάστηκα έπειτα και τέλος, ξαναμπήκα εις την σειρά προαγωγής που μου ανήκε, αλλά που την είχα χάσει εξ’ αιτίας του ποτού. Έπειτα παντρεύτηκα, και ζω ευλογημένα με την σύζηγό μου, έχουμε όλα τα καλά και δοξάζουμε τον Θεόν που μας έδωσε άφθονα τα πάντα. Βοηθούμε τους φτωχούς κατά δύναμη και φιλοξενούμε όταν μπορούμε τους προσκυνητές. Έχω και ένα γιο αξιωματικό, πρώτης τάξεως παιδί. Σημείωσε όμως το εξής: Αφ‘ ότου θεραπεύθηκα από το πάθος του ποτού έκανα τάμα να διαβάζω με τη σειρά, ένα ολόκληρο Ευαγγέλιο από τα τέσσερα, κάθε μέρα, κάθε είκοσι τέσσερεις ώρες, ώσπου να κλείσω τα μάτια μου και να φύγω από τον κόσμο αυτό.

Τίποτα εις τον κόσμο δεν μπορεί να με εμποδίσει από του να τηρώ κάθε μέρα το τάξιμό μου αυτό.  Όταν  είμαι καμιά φορά πολύ κουρασμένος, ξαπλώνω και παρακαλώ τη γυναίκα μου να διαβάζει, ώστε  ποτέ να μη χαλάσω τον κανόνα που έχω καθιερώσει. Για ευγνωμοσύνη και δοξολογία προς τον Θεό, το έντυσα αυτό το Τετραυάγγελο με καθαρό ασήμι, και το έχω πάντοτε μαζί μου μέσα εις την απάνω τσέπη του σακακιού μου.

Advertisements

Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά.

Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν. Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.

Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν. Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα. Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα. Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.

Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Ο Βίος της Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας

DSC00467Η Μεγαλομάρτυς Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του  αυτοκράτορα Μαξιμιανού (284—305) και καταγόταν από την Ηλιούπολη. Την εποχή αυτή τοπάρχης της πόλεως ήταν ο πατέρας της, ο οποίος ονομαζόταν Διόσκορος και ήταν πολύ πλούσιος. Έμενε σε κάποιο χωριό Γελασσόν το οποίο ήταν μακριά από την πόλη.Οι ιστορικές πληροφορίες δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και στο φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Ίσως να είχε πεθάνει.

Η Βαρβάρα ήταν το μονακριβο παιδί τους. Ήταν εκπάγλου σωματικής ομορφιάς ταυτόχρονα όμως  ήταν σεμνή, ευφυής και σώφρων. Για το λόγο αυτό οι γονείς της θέλησαν να την προφυλάξουν. Έκτισαν έναν μεγάλο πύργο και την έβαλαν εκει με πολλούς υπηρέτες και κάθε ευκολία γύρω της. Όταν έφθασε η κόρη σε ηλικία γάμου, πολλοί από τους πρώτους της πόλεως κατέφθαναν για να τη ζητήσουν σε γάμο από τον πατέρα της. Μία ημέρα, πήγε ο πατέρας της να την επισκεφθεί στον πύργο της  και την ρώτησε αν ήθελε να παντρευτεί ωστόσο πρωτού ακόμα τελειώσει τον λόγο του, τον διέκοψε η Βαρβάρα με αγανάκτηση και είπε: <<Δεν θέλω να ξανακάνεις τέτοιο λόγο διότι θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου και θα χάσεις τότε το τέκνο σου>>. Δεν την πίεσε περισσότερο, διότι πίστευε ότι με τον καιρό και με διάφορες κολακίες θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη και να δεχτεί να παντρευτεί.

Εκείνες τις ημέρες αποφάσισε ο πατέρας της να χτίσει ένα λουτρό έξω από τον πύργο και αφού έκανε τα σχέδια τα παρέδωσε στους οικοδόμους και έφυγε για κάποια υπηρεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επειδή αργούσε ο Διόσκορος να έρθει, πήγε η Βαρβάρα να επιβλέψει το  λουτρό που χτιζόταν. Είδε ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τους χτίστες γιατί υπήρχαν μόνο δύο παράθυρα; Και της είπαν ότι αυτή την διαταγή έδωσε ο πατέρας της. Τους είπε τότε, να κάνουν ένα ακόμη παράθυρο και αν τους πει κάτι ο πατέρας της, θα του αποκριθεί η ίδια. Παρακολουθούσε την οικοδομή η Βαρβάρα, και χαιρόταν με τα τρία παράθυρα που έγιναν καθως είχαν για αυτή συμβολικό νόημα.  Εν τέλει αυτή η αγάπη της Βαρβάρας για Θεική αγάπη ολοένα και μεγάλωνε ώστε στάθηκε και η αιτία ο Θεός να πλημμυρήσει την ψυχή της με Άγιο πνεύμα αλλά και να της φανερώθει.  Μια μέρα καθώς ήταν στο λουτρό και κοίταζε προς την ανατολή σχημάτησε με το δάκτυλο της πάνω στο μάρμαρο το σημείο του Σταυρού το οποίο  χαράχτηκε τόσο βαθιά ώστε να είναι οράτο ακόμα και σήμερα στους επισκέπτες. Το συγκεκριμενο σημείο  αποτελεί μνημείο φανέρωσης των καρπών της αληθινής και πηγαίας πίστεως , της παντοδυναμίας του Θεού αλλά και μέρος όπου έχουν καταγραφεί πάμπολλα θαύματα.

Η Βαρβάρα ζούσε σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της ήταν αφάνταστη. Ένιωθε την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλάβαινε όλο και πιο πολύ ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δεν έχουν καμμιά αξία μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζούσε πλέον  χωρίς τον πραγματικό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Θυσίασε τα πάντα για να κερδίσει «τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και πρό παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά σκιρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις του μαρτυρίου προκειμένου να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή. Κάποια μέρα καθώς επέστρεφε η Αγία, παρατήρησε τα είδωλα που προσκυνούσε ο πατέρας της και στενάζοντας από τα βάθη της ψυχής της για  την αναισθησία και την τυφλότητα του πατέρα της τα έπτυσε και είπε: << Όμοια με σας να γίνουν όσοι σας προσκυνούν και καλούν τη βοήθειά σας>>.

Μετά από μερικές ημέρες επέστρεψε  ο Διόσκορος και καθώς είδε το τρίτο παράθυρο απόρησε πως το έκαναν χωρίς αυτός να παραγγείλει. Οι δε τεχνίτες είπαν την αλήθεια. Ρώτησε ο Διόσκορος για το τρίτο παράθυρο την κόρη του και εκείνη του είπε ότι πράγματι αυτή το ζήτησε  γιατί φαίνεται πιο όμορφο με τα τρία παράθυρα. Οργίζεται τότε ο πατέρας της, και της ζητάει τον αληθινό λόγο. Λέγει η Βαρβάρα ότι τρείς θυρίδες φωτίζουν κάθε άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμο εννοώντας την Αγία Τριάδα. Όταν άκουσε αυτά ο πατέρας της την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερε στο λουτρό και της λέει. Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων να φωτίζει κάθε άνθρωπο; Του λέει η Βαρβάρα. Πατέρα να σου εξηγήσω. Κάνει το σημείο του Σταυρού, και του δείχνει τα τρία δάκτυλα. Πατήρ, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίση νοερά καταλάμπει. Η Βαρβάρα τότε είπε στον πατέρα της ξεκάθαρα πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση. Ακούγοντας αυτά ο Διόσκορος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Γι’ αυτό της ζήτησε την επόμενη μέρα να τον ακολουθήσει σε μια ειδωλολατρική τελετή. Η Βαρβάρα αρνήθηκε και βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της φούντωσε από το κακό του. Άδειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Ο αληθής αυτός λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον πατέρα της, ο οποίος ήταν συνηθισμένος να προσκυνεί τα ψευδή αγάλματα αλλά αντί να ηρεμίσει έσυρε το ξίφος, για να την σκοτώσει. Γλίτωσε την τελευταία στιγμή τρέχοντας μακριά. Έφθασε σε ένα όρος εκεί κοντά, και ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, δια Θείου θαύματος κόπηκε μία πέτρα στα δύο και η Αγία κρύφτηκε μέσα της. Ο πέτρινος εκείνος άνθρωπος δεν μετανόησε καθώς είδε το θαύμα μπροστά του, αλλά ως παιδί του διαβόλου έτρεχε πάνω κάτω να την βρει. Βλέπει δύο βοσκούς και τους ρωτά αν είδαν που πήγε η Βαρβάρα. Ο ένας, καλοκάγαθος, προτίμησε να πεί ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος, άθλιος και πονηρός δεν μίλησε αλλά με το δάκτυλό του έδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένη.Όμως η θεία δίκη δεν άφησε ατιμώρητον αυτόν τον ύπουλο και πονηρό άνθρωπο. Όλα τα πρόβατα του κακότροπου βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν εκεί μέχρι τέλος και περικύκλωσαν τον τάφο της Αγίας. Όταν την βρήκε ο Διόσκουρος την έδειρε αλύπητα και τραβώντας την από τα μαλλιά την έσυρε πίσω στο σπίτι. Την έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο την κλείδωσε βάζοντας φύλακα.

Τότε πήγε στον ηγεμόνα Μαρκιανό ο οποίος εξουσίαζε την πόλη, και είπε. Η κόρη μου περιφρονεί τους θεούς μας και μόνο τον Εσταυρωμένον αγαπά με όλη την ψυχή της. Εδώ σου την παραδίδω να μην την λυπηθείς και να την τιμωρήσεις με όποιο τρόπο μπορέσεις. Όταν έφυγε ο Διόσκορος, διέταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του να την εξετάσει. Όταν είδε την ομορφιά της και την σεμνότητα της ξέχασε για λίγο τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Διόσκορο και άρχισε με κολακίες να προσπαθεί να την μεταπείσει. Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου; Γιατί δεν προσφέρεις θυσία στους θεούς που λατρεύουν οι γονείς σου; Λυπάμαι να θανατώσω μία τόσο ωραία κοπέλα. Η Βαρβάρα απεκρίθη. Εγώ προσφέρω θυσία μόνον στον αληθινό Θεό μου που δημιούργησε τον ουρανό και τη γή. Δεν προσφέρω θυσία στα αγαλματάκια σας που έγιναν από χέρια ανθρώπων και είναι άψυχα και ανίσχυρα. Μόλις άκουσε αυτά ο εξουσιαστής διέταξε να την γυμνώσουν και να την δείρουν σκληρά σε όλο της το σώμα με βούνευρα. Μετά να τρίψουν τις πληγές της με ύφασμα. Με αυτο τον τρόπο την βασάνισαν σκληρά. Στη συνέχεια την έβαλαν στην φυλακή. Κατά τη διάρκεια της νυκτός εφάνη ένα φως μέσα στην φυλακή η οποία άστραψε ολόκληρη. Πάνω από το φως αυτό εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, ο οποίος ενεθάρρυνε την Βαρβάρα να μην φοβηθεί και εκείνος την διαβεβαίωσε ότι θα είναι κοντά της βοηθός. Αυτά της είπε και ευθέως όλες οι πληγές της εξαφανίστηκαν. Και αισθάνθηκε μία αγαλλίαση ανέκφραστη. Μία γυναίκα έτυχε να βρεθεί εκεί και να δεί το θαύμα, Ιουλιανή ονομαζόμενη και αποφάσισε με την πρώτη ευκαιρία να αρνηθεί και αυτή τη θυσία των ειδώλων και να πάρει και αυτή την ίδια δόξα. Την άλλη μέρα διέταξε να φέρουν πάλι την Μάρτυρα για εξέταση. Όταν την είδαν όλοι να είναι  τελείως υγιής  χωρίς πληγές έμειναν άφωνοι. Ο ασεβής ηγεμών τυφλωμένος από την πλάνη του δεν θέλησε να δει την αλήθεια και τον αληθινό Θεό, αλλά λέει : <<Βλέπεις Βαρβάρα πόση δύναμη έχουν οι θεοί μου που σε λυπήθηκαν και σε έκαναν τελείως καλά;>>. Και απεκρίθη η Αγία: << Οι θεοί σου που είναι τυφλοί και δεν μπορούν να ιδούν όπως εσύ, πως είναι δυνατόν να κάνουν τέτοιο θαύμα; Όχι λοιπόν δεν με θεράπευσαν οι θεοί σου, αλλά ο αληθινός Θεός ο Χριστός μου τον οποίον δεν μπορείς να δείς γιατί οι οφθαλμοί  της ψυχής σου είναι τυφλοί>>. Όταν τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να καταξεσκίσουν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια, τα πληγωμένα μέλη της να τα κάψουν με λαμπάδες, και να την χτυπούν στο κεφάλι με σφυρί.

Έτυχε πάλι να βρεθεί εκεί κοντά η Ιουλιανή, και βλέποντας τα βασανιστήρια και το αίμα που έτρεχε, μην μπορώντας να δώσει κάποια βοήθεια πήγε κοντά της και έκλεγε με δάκρυα πικρά. Βλέποντας την ο ηγεμόνας ρώτησε πια είναι και τι κάνει. Του είπαν ότι και αυτή χριστιανή είναι και κλαίει από συμπάθεια προς την Αγίαν. Πρόσταξε τότε να κρεμάσουν και αυτήν δίπλα στην Βαρβάρα. Και να κάνουν τα ίδια βασανιστήρια και σε αυτήν. Καθώς βασανιζόταν η Ιουλιανή ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον Ουρανό και είπε: << Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι για την αγάπη σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά, μην με εγκαταλείψεις, και μην με αφήσεις να με νικήσει ο άθλιος τούτος και καυχηθεί δια εμέ αλλά αξίωσε με να αντέξω μέχρι τέλους να λάβω κι’ εγώ το στέφανο της αθλήσεως>>.

Ενώ η Ιουλιανή εδέετο προς τον Θεό, διέταξε ο σκληρόκαρδος άρχοντας να κόψουν τους μαστούς και των δύο γυναικών. Η απάνθρωπος αυτή ενέργεια δεν μετέτρεψε την γνώμη αυτών, αλλά αντιθέτως η Βαρβάρα έψαλε, λέγοντας :<< Κύριε μη απορρίψεις με από του προσώπου σου και το Πνεύμα σου το Άγιο μη αντανέλης απ’ εμού>>. Αφού άντεξαν και αυτό το βασανιστήριο διέταξε να κλείσουν την Ιουλιανή στην φυλακή την δε Βαρβάρα να την περιφέρουν γυμνή στην πόλη και συγχρόνως να την δέρνουν. Η δε Μάρτυς δεν εφοβήθη τον δαρμό που θα της έκαναν, αλλά τον θεατρινισμό που θα την παρουσίαζαν. Ύψωσε τα μάτια της στον Ουρανό και είπε:<<Κύριε μην αφήσεις να δουν την γύμνωσιν μου>>. Ευθείς εφάνη πάνω σε χερουβικό άρμα ο Χριστός, θεράπευσε ξανά τις πληγές της Αγίας και Άγιοι Άγγελοι την έντυσαν με στολή λαμπροτάτη. Οι  υπηρέτες την παρουσίασαν στον ηγεμόνα και καθώς την είδε , κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την νικήσει και διέταξε να τις αποκεφαλίσουν και τις δύο.

Σε όλα τα βασανιστήρια ο αιμοβόρος πατέρας της ήταν παρών. Δεν πόνεσε η ψυχή του καθόλου. Μάλιστα νόμιζε ότι θα τον κατηγορήσουν ως άνανδρο αν άφηνε άλλον να την φονεύσει.Έτσι, όταν ο δικαστής έδωσε αυτή την διαταγή αποκεφαλισμό την άρπαξε ο ίδιος για να τη σκοτώσει.  Ωστόσο η Βαρβάρα και η Ιουλιανη ενώ πήγαιναν στον τόπο του θανάτου αντί να φοβουνται, έχαιραν σαν να πήγαιναν σε εορτή. Η δε Αγία προσεύχονταν προς τον Θεόν λέγοντας:<< Κύριε υπάκουσον με την δούλη σου δεξαμένη. Ναι Κύριε μου, παρακαλώ εκ βάθους ψυχής όποιος μνημονεύει το Μαρτύριο μου εις δόξα του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη λάβει το σπίτι του καμία λοιμώδη ασθένεια και καμία θανατηφόρος ασθένεια να μην λυπήσουν αυτόν και την οικογένειά του>>. Καθώς έλεγε αυτά η Μάρτυς ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, καλώντας την μαζί με την Ιουλιανή να έρθουν να λάβουν το στέφανο της νίκης και με την υπόσχεση ότι το αίτημα της θα πραγματοποιηθεί. Αυτά άκουσε η Μάρτυς Βαρβάρα , και πήρε θάρρος και έτρεχε γρηγορότερα να φτάσει στον τόπο της εκτελέσεως. Μόλις έφθασε εκεί έγειρε αμέσως το κεφάλι της και ο δήμιος πατέρας της την αποκεφάλισε. Η θεία δίκη δεν άργησε να έρθει για τον ασεβή πατέρα. Καθώς κατηφόριζε στην επιστροφή, ένας κεραυνός έπεσε πάνω του, και δεν βρέθηκε ίχνος από αυτόν. Έτσι ο βδελυρός αυτός άνθρωπος έχασε και την παρούσα αλλά και την αιώνια ζωήν. Μάλιστα η θεία αυτή οργή δεν περιορίστηκε μόνο στον πατροκτόνο Διόσκορο αλλά μέχρι του ηγεμόνος Μαρκιανού έλαμψε ο κεραυνός σαν προειδοποίηση της αιωνίας κολάσεως.

Ένας ευσεβής χριστιανός, ονομαζόμενος Ουαλεντίνος, πήρε τα ιερά σώματα των δύο μαρτύρων και τιμώντας τα με ψαλμωδίες τα μετέφερε στο χωριό Γελασσόν όπου και ενταφιάστηκαν ιεροπρεπώς. Το μαρτύριο αυτών ας είναι ίαση ασθενιών και αγαλλίαση ψυχής. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Χριστού μας. Αμήν.

Παραινέσεις με ακροστιχίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Αρχή πάντων και τέλος ποιού Θεόν.

Βίου το κέρδος, εκβιούν καθ΄ ημέραν.

Γίνωσκε πάντα των καλών τα δράματα.

Δεινόν πένεσθαι, χείρον δ΄ ευπορείν κακώς.

Ευεργετών νόμιζε μιμείσθαι Θεόν.

Ζήτει Θεού σοι χρηστότητα χρηστός ών.

Η σάρξ κρατείσθω και δαμάσθω καλώς.

Θυμόν χαλινού, μη φρενών έξω πέσεις.

΄Ιστη μεν όμμα, γλώσσα δε στάθμην έχοι.

Κλείς ωσί κείσθω, μηδέ πορνεύοι γέλως.

Λύχνος βίου σοι παντός ηγείσθω λόγος.

Μη σοι το είναι τω δοκείν υπορρέοι.

Νόει τα πάντα, πράσσε δ΄ ά πράσσειν θέμις.

Ξένον σεαυτόν ίσθι, και τίμα ξένους.

΄Οτ΄ ευπλοείς, μάλιστα μέμνησο ζάλης.

Πάντ΄ ευχαρίστως δεί δέχεσθαι τα εκ Θεού.

΄Ράβδος δικαίου πλείον, ή τιμή κακού.

Σοφών θύρας έκτριβε, πλουσίων δε μη.

Το μικρόν ου μικρόν, όταν εκφρέρη μέγα.

΄Υβριν χαλινού, και μέγας έση σοφός.

Φύλασσε σαυτόν, πτώμα δ΄ άλλου μη γέλα.

Χάρις φθονείσθαι, το φθονείν δ΄  αίσχος μέγα.

Ψυχή θύοιτο μάλλον ή το πάν Θεώ.

΄Ω τις φυλάξει ταύτα, και σωθήσεται;

 

(Και η μετάφραση των στίχων)

Αρχή και τέλος  όλων όσων συμβαίνουν στη  ζωή σου να έχεις τον Θεό.

Βίου (της ζωής σου) το κέρδος είναι κάθε μέρα σου να ζης καλά (κατά Θεόν).

Γνώριζε όλες τις καλές πράξεις των αγιασμένων ανθρώπων.

Δεινόν είναι να πεινάει κάποιος, αλλά φοβερότερο είναι ο πλούτος ο παράνομος.

Ευεργετείς; Μάθε ότι μιμείσαι τον Θεό.

Ζήτα από τον Θεό να είναι οικτίρμων σε σένα, αφού πρώτα όμως εσύ έχεις σπλάχνα οικτιρμών.

Η ανθρώπινη σάρκα να συγκρατείται και να δαμάζεται.

Θυμό χαλίνωνε για να μη πέσεις έξω από τη λογική.

΄Ισια και ψηλά το βλέμμα σου να έχεις και στη γλώσσα σου μέτρο.

Κλειδωμένα να έχεις τα αυτιά σου και το γέλιο σου να είναι σεμνό.

Λυχνάρι της ζωής σου να είναι η λογική και να προπορεύται σε κάθε έργο σου.

Μη σου γλυστρά κάτω ότι φαίνεται και εκείνο που υπάρχει.

Να ερευνάς με τον νού σου τα πάντα και να πράττεις όμως όσα επιτρέπονται.

Ξένος πως είσαι να το μάθεις καλά και γι΄ αυτό να τιμάς τους ξένους.

Όταν με γαλήνη ταξιδεύεις τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα.

Πάντα να δέχεσαι ευχάριστα όσα προέρχονται από τον Θεό.

Ραβδί του δικαίου να σε κτυπά καλύτερα, παρά να σε τιμά ο κακός.

Στις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι ενώ από τις θύρες των πλουσίων να είσαι μακρυά.

Το μικρό δεν είναι μικρό όταν οδηγεί σε κάτι μεγάλο.

΄Υβριν (στην έπαρση) να βάζεις  χαλινάρι για να γίνεις μεγάλος σοφός.

Φύλαξε τον εαυτό σου από την πτώση και αν κάποιος άλλος πέσει να μη γελάς (να μη χαίρεσαι).

Χάρισμα είναι το να σε φθονούν ενώ το να φθονείς εσύ είναι μεγάλη ντροπή.

Ψυχή που προσφέρεται στον Θεό είναι η καλύτερη θυσία.

΄Ω!!! αλήθεια όποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά αυτός και θα σωθεί.

(ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ P.G. 37,908-910)

Οι τρεις τελευταίες επιθυμίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ευρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, ο Μέγας Αλέξανδρος συγκάλεσε τους στρατη­γούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του που ήταν:
Πρώτο: Να μεταφερθεί το φέρετρό του στους ώμους από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής του.
Δεύτερο: Τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει (ασήμι, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους) να τους σκορπίσουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον τάφο του.
Και τρίτο: Τα χέρια του να μείνουν να λικνίζονται στον αέρα, έξω από το φέρετρο, σε θέα όλων.

Ένας από τους στρατηγούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε τον Μέγα Αλέξανδρο ποιοι ήταν οι λόγοι που ήθελε να γίνουν τα παραπάνω και  ο Αλέξαν­δρος του εξήγησε:
Πρώτο: Θέλω οι πιο διαπρεπείς γιατροί να σηκώσουν το φέρετρό μου, για να μπορούν να δείξουν με αυτό τον τρόπο ότι ούτε εκείνοι δεν έχουν, μπροστά στο θάνατο, τη δύναμη να θεραπεύουν!
Δεύτερο: Θέλω το έδαφος να καλυφθεί από τους θησαυρούς μου, για να μπορούν όλοι να βλέπουν ότι τα αγαθά που αποκτούμε εδώ, εδώ παραμένουν!
Και τρίτο: Θέλω τα χέρια μου να αιωρούνται στον αέρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν ότι ερχόμαστε με τα χέρια άδεια και με τα χέρια άδεια φεύγουμε, όταν τελειώσει για εμάς ο πιο πολύτιμος θησαυρός που είναι ο χρόνος!

Ο χρόνος είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός που έχουμε, γιατί είναι περιορισμένος. Μπορούμε να δημιουργήσουμε χρήμα, αλλά όχι περισσότερο χρόνο. Όταν αφιερώνουμε χρόνο σ΄ ένα πρόσωπο, του παραχωρούμε ένα μέρος από τη ζωή μας που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να αναπληρώσουμε γιατί ο χρόνος είναι η ζωή μας. Το καλύτερο δώρο που μπορείς να δώσεις σε κάποιον είναι ο χρόνος σου!!!

Και εσύ, άνθρωπε μου, αν έχεις τη «διαίσθηση», θα καταλάβεις ποιος, πότε και γιατί σου δίνει το ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΩΡΟ!!!