Category Archives: ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Ο Βίος της Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας

DSC00467Η Μεγαλομάρτυς Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του  αυτοκράτορα Μαξιμιανού (284—305) και καταγόταν από την Ηλιούπολη. Την εποχή αυτή τοπάρχης της πόλεως ήταν ο πατέρας της, ο οποίος ονομαζόταν Διόσκορος και ήταν πολύ πλούσιος. Έμενε σε κάποιο χωριό Γελασσόν το οποίο ήταν μακριά από την πόλη.Οι ιστορικές πληροφορίες δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και στο φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Ίσως να είχε πεθάνει.

Η Βαρβάρα ήταν το μονακριβο παιδί τους. Ήταν εκπάγλου σωματικής ομορφιάς ταυτόχρονα όμως  ήταν σεμνή, ευφυής και σώφρων. Για το λόγο αυτό οι γονείς της θέλησαν να την προφυλάξουν. Έκτισαν έναν μεγάλο πύργο και την έβαλαν εκει με πολλούς υπηρέτες και κάθε ευκολία γύρω της. Όταν έφθασε η κόρη σε ηλικία γάμου, πολλοί από τους πρώτους της πόλεως κατέφθαναν για να τη ζητήσουν σε γάμο από τον πατέρα της. Μία ημέρα, πήγε ο πατέρας της να την επισκεφθεί στον πύργο της  και την ρώτησε αν ήθελε να παντρευτεί ωστόσο πρωτού ακόμα τελειώσει τον λόγο του, τον διέκοψε η Βαρβάρα με αγανάκτηση και είπε: <<Δεν θέλω να ξανακάνεις τέτοιο λόγο διότι θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου και θα χάσεις τότε το τέκνο σου>>. Δεν την πίεσε περισσότερο, διότι πίστευε ότι με τον καιρό και με διάφορες κολακίες θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη και να δεχτεί να παντρευτεί.

Εκείνες τις ημέρες αποφάσισε ο πατέρας της να χτίσει ένα λουτρό έξω από τον πύργο και αφού έκανε τα σχέδια τα παρέδωσε στους οικοδόμους και έφυγε για κάποια υπηρεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επειδή αργούσε ο Διόσκορος να έρθει, πήγε η Βαρβάρα να επιβλέψει το  λουτρό που χτιζόταν. Είδε ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τους χτίστες γιατί υπήρχαν μόνο δύο παράθυρα; Και της είπαν ότι αυτή την διαταγή έδωσε ο πατέρας της. Τους είπε τότε, να κάνουν ένα ακόμη παράθυρο και αν τους πει κάτι ο πατέρας της, θα του αποκριθεί η ίδια. Παρακολουθούσε την οικοδομή η Βαρβάρα, και χαιρόταν με τα τρία παράθυρα που έγιναν καθως είχαν για αυτή συμβολικό νόημα.  Εν τέλει αυτή η αγάπη της Βαρβάρας για Θεική αγάπη ολοένα και μεγάλωνε ώστε στάθηκε και η αιτία ο Θεός να πλημμυρήσει την ψυχή της με Άγιο πνεύμα αλλά και να της φανερώθει.  Μια μέρα καθώς ήταν στο λουτρό και κοίταζε προς την ανατολή σχημάτησε με το δάκτυλο της πάνω στο μάρμαρο το σημείο του Σταυρού το οποίο  χαράχτηκε τόσο βαθιά ώστε να είναι οράτο ακόμα και σήμερα στους επισκέπτες. Το συγκεκριμενο σημείο  αποτελεί μνημείο φανέρωσης των καρπών της αληθινής και πηγαίας πίστεως , της παντοδυναμίας του Θεού αλλά και μέρος όπου έχουν καταγραφεί πάμπολλα θαύματα.

Η Βαρβάρα ζούσε σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της ήταν αφάνταστη. Ένιωθε την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλάβαινε όλο και πιο πολύ ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δεν έχουν καμμιά αξία μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζούσε πλέον  χωρίς τον πραγματικό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Θυσίασε τα πάντα για να κερδίσει «τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και πρό παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά σκιρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις του μαρτυρίου προκειμένου να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή. Κάποια μέρα καθώς επέστρεφε η Αγία, παρατήρησε τα είδωλα που προσκυνούσε ο πατέρας της και στενάζοντας από τα βάθη της ψυχής της για  την αναισθησία και την τυφλότητα του πατέρα της τα έπτυσε και είπε: << Όμοια με σας να γίνουν όσοι σας προσκυνούν και καλούν τη βοήθειά σας>>.

Μετά από μερικές ημέρες επέστρεψε  ο Διόσκορος και καθώς είδε το τρίτο παράθυρο απόρησε πως το έκαναν χωρίς αυτός να παραγγείλει. Οι δε τεχνίτες είπαν την αλήθεια. Ρώτησε ο Διόσκορος για το τρίτο παράθυρο την κόρη του και εκείνη του είπε ότι πράγματι αυτή το ζήτησε  γιατί φαίνεται πιο όμορφο με τα τρία παράθυρα. Οργίζεται τότε ο πατέρας της, και της ζητάει τον αληθινό λόγο. Λέγει η Βαρβάρα ότι τρείς θυρίδες φωτίζουν κάθε άνθρωπο ερχόμενον εις τον κόσμο εννοώντας την Αγία Τριάδα. Όταν άκουσε αυτά ο πατέρας της την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερε στο λουτρό και της λέει. Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων να φωτίζει κάθε άνθρωπο; Του λέει η Βαρβάρα. Πατέρα να σου εξηγήσω. Κάνει το σημείο του Σταυρού, και του δείχνει τα τρία δάκτυλα. Πατήρ, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίση νοερά καταλάμπει. Η Βαρβάρα τότε είπε στον πατέρα της ξεκάθαρα πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση. Ακούγοντας αυτά ο Διόσκορος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Γι’ αυτό της ζήτησε την επόμενη μέρα να τον ακολουθήσει σε μια ειδωλολατρική τελετή. Η Βαρβάρα αρνήθηκε και βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της φούντωσε από το κακό του. Άδειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Ο αληθής αυτός λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον πατέρα της, ο οποίος ήταν συνηθισμένος να προσκυνεί τα ψευδή αγάλματα αλλά αντί να ηρεμίσει έσυρε το ξίφος, για να την σκοτώσει. Γλίτωσε την τελευταία στιγμή τρέχοντας μακριά. Έφθασε σε ένα όρος εκεί κοντά, και ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Πράγματι, δια Θείου θαύματος κόπηκε μία πέτρα στα δύο και η Αγία κρύφτηκε μέσα της. Ο πέτρινος εκείνος άνθρωπος δεν μετανόησε καθώς είδε το θαύμα μπροστά του, αλλά ως παιδί του διαβόλου έτρεχε πάνω κάτω να την βρει. Βλέπει δύο βοσκούς και τους ρωτά αν είδαν που πήγε η Βαρβάρα. Ο ένας, καλοκάγαθος, προτίμησε να πεί ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος, άθλιος και πονηρός δεν μίλησε αλλά με το δάκτυλό του έδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένη.Όμως η θεία δίκη δεν άφησε ατιμώρητον αυτόν τον ύπουλο και πονηρό άνθρωπο. Όλα τα πρόβατα του κακότροπου βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν εκεί μέχρι τέλος και περικύκλωσαν τον τάφο της Αγίας. Όταν την βρήκε ο Διόσκουρος την έδειρε αλύπητα και τραβώντας την από τα μαλλιά την έσυρε πίσω στο σπίτι. Την έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο την κλείδωσε βάζοντας φύλακα.

Τότε πήγε στον ηγεμόνα Μαρκιανό ο οποίος εξουσίαζε την πόλη, και είπε. Η κόρη μου περιφρονεί τους θεούς μας και μόνο τον Εσταυρωμένον αγαπά με όλη την ψυχή της. Εδώ σου την παραδίδω να μην την λυπηθείς και να την τιμωρήσεις με όποιο τρόπο μπορέσεις. Όταν έφυγε ο Διόσκορος, διέταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του να την εξετάσει. Όταν είδε την ομορφιά της και την σεμνότητα της ξέχασε για λίγο τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο Διόσκορο και άρχισε με κολακίες να προσπαθεί να την μεταπείσει. Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου; Γιατί δεν προσφέρεις θυσία στους θεούς που λατρεύουν οι γονείς σου; Λυπάμαι να θανατώσω μία τόσο ωραία κοπέλα. Η Βαρβάρα απεκρίθη. Εγώ προσφέρω θυσία μόνον στον αληθινό Θεό μου που δημιούργησε τον ουρανό και τη γή. Δεν προσφέρω θυσία στα αγαλματάκια σας που έγιναν από χέρια ανθρώπων και είναι άψυχα και ανίσχυρα. Μόλις άκουσε αυτά ο εξουσιαστής διέταξε να την γυμνώσουν και να την δείρουν σκληρά σε όλο της το σώμα με βούνευρα. Μετά να τρίψουν τις πληγές της με ύφασμα. Με αυτο τον τρόπο την βασάνισαν σκληρά. Στη συνέχεια την έβαλαν στην φυλακή. Κατά τη διάρκεια της νυκτός εφάνη ένα φως μέσα στην φυλακή η οποία άστραψε ολόκληρη. Πάνω από το φως αυτό εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, ο οποίος ενεθάρρυνε την Βαρβάρα να μην φοβηθεί και εκείνος την διαβεβαίωσε ότι θα είναι κοντά της βοηθός. Αυτά της είπε και ευθέως όλες οι πληγές της εξαφανίστηκαν. Και αισθάνθηκε μία αγαλλίαση ανέκφραστη. Μία γυναίκα έτυχε να βρεθεί εκεί και να δεί το θαύμα, Ιουλιανή ονομαζόμενη και αποφάσισε με την πρώτη ευκαιρία να αρνηθεί και αυτή τη θυσία των ειδώλων και να πάρει και αυτή την ίδια δόξα. Την άλλη μέρα διέταξε να φέρουν πάλι την Μάρτυρα για εξέταση. Όταν την είδαν όλοι να είναι  τελείως υγιής  χωρίς πληγές έμειναν άφωνοι. Ο ασεβής ηγεμών τυφλωμένος από την πλάνη του δεν θέλησε να δει την αλήθεια και τον αληθινό Θεό, αλλά λέει : <<Βλέπεις Βαρβάρα πόση δύναμη έχουν οι θεοί μου που σε λυπήθηκαν και σε έκαναν τελείως καλά;>>. Και απεκρίθη η Αγία: << Οι θεοί σου που είναι τυφλοί και δεν μπορούν να ιδούν όπως εσύ, πως είναι δυνατόν να κάνουν τέτοιο θαύμα; Όχι λοιπόν δεν με θεράπευσαν οι θεοί σου, αλλά ο αληθινός Θεός ο Χριστός μου τον οποίον δεν μπορείς να δείς γιατί οι οφθαλμοί  της ψυχής σου είναι τυφλοί>>. Όταν τα άκουσε αυτά ο ηγεμόνας διέταξε να καταξεσκίσουν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια, τα πληγωμένα μέλη της να τα κάψουν με λαμπάδες, και να την χτυπούν στο κεφάλι με σφυρί.

Έτυχε πάλι να βρεθεί εκεί κοντά η Ιουλιανή, και βλέποντας τα βασανιστήρια και το αίμα που έτρεχε, μην μπορώντας να δώσει κάποια βοήθεια πήγε κοντά της και έκλεγε με δάκρυα πικρά. Βλέποντας την ο ηγεμόνας ρώτησε πια είναι και τι κάνει. Του είπαν ότι και αυτή χριστιανή είναι και κλαίει από συμπάθεια προς την Αγίαν. Πρόσταξε τότε να κρεμάσουν και αυτήν δίπλα στην Βαρβάρα. Και να κάνουν τα ίδια βασανιστήρια και σε αυτήν. Καθώς βασανιζόταν η Ιουλιανή ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον Ουρανό και είπε: << Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι για την αγάπη σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά, μην με εγκαταλείψεις, και μην με αφήσεις να με νικήσει ο άθλιος τούτος και καυχηθεί δια εμέ αλλά αξίωσε με να αντέξω μέχρι τέλους να λάβω κι’ εγώ το στέφανο της αθλήσεως>>.

Ενώ η Ιουλιανή εδέετο προς τον Θεό, διέταξε ο σκληρόκαρδος άρχοντας να κόψουν τους μαστούς και των δύο γυναικών. Η απάνθρωπος αυτή ενέργεια δεν μετέτρεψε την γνώμη αυτών, αλλά αντιθέτως η Βαρβάρα έψαλε, λέγοντας :<< Κύριε μη απορρίψεις με από του προσώπου σου και το Πνεύμα σου το Άγιο μη αντανέλης απ’ εμού>>. Αφού άντεξαν και αυτό το βασανιστήριο διέταξε να κλείσουν την Ιουλιανή στην φυλακή την δε Βαρβάρα να την περιφέρουν γυμνή στην πόλη και συγχρόνως να την δέρνουν. Η δε Μάρτυς δεν εφοβήθη τον δαρμό που θα της έκαναν, αλλά τον θεατρινισμό που θα την παρουσίαζαν. Ύψωσε τα μάτια της στον Ουρανό και είπε:<<Κύριε μην αφήσεις να δουν την γύμνωσιν μου>>. Ευθείς εφάνη πάνω σε χερουβικό άρμα ο Χριστός, θεράπευσε ξανά τις πληγές της Αγίας και Άγιοι Άγγελοι την έντυσαν με στολή λαμπροτάτη. Οι  υπηρέτες την παρουσίασαν στον ηγεμόνα και καθώς την είδε , κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την νικήσει και διέταξε να τις αποκεφαλίσουν και τις δύο.

Σε όλα τα βασανιστήρια ο αιμοβόρος πατέρας της ήταν παρών. Δεν πόνεσε η ψυχή του καθόλου. Μάλιστα νόμιζε ότι θα τον κατηγορήσουν ως άνανδρο αν άφηνε άλλον να την φονεύσει.Έτσι, όταν ο δικαστής έδωσε αυτή την διαταγή αποκεφαλισμό την άρπαξε ο ίδιος για να τη σκοτώσει.  Ωστόσο η Βαρβάρα και η Ιουλιανη ενώ πήγαιναν στον τόπο του θανάτου αντί να φοβουνται, έχαιραν σαν να πήγαιναν σε εορτή. Η δε Αγία προσεύχονταν προς τον Θεόν λέγοντας:<< Κύριε υπάκουσον με την δούλη σου δεξαμένη. Ναι Κύριε μου, παρακαλώ εκ βάθους ψυχής όποιος μνημονεύει το Μαρτύριο μου εις δόξα του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη λάβει το σπίτι του καμία λοιμώδη ασθένεια και καμία θανατηφόρος ασθένεια να μην λυπήσουν αυτόν και την οικογένειά του>>. Καθώς έλεγε αυτά η Μάρτυς ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, καλώντας την μαζί με την Ιουλιανή να έρθουν να λάβουν το στέφανο της νίκης και με την υπόσχεση ότι το αίτημα της θα πραγματοποιηθεί. Αυτά άκουσε η Μάρτυς Βαρβάρα , και πήρε θάρρος και έτρεχε γρηγορότερα να φτάσει στον τόπο της εκτελέσεως. Μόλις έφθασε εκεί έγειρε αμέσως το κεφάλι της και ο δήμιος πατέρας της την αποκεφάλισε. Η θεία δίκη δεν άργησε να έρθει για τον ασεβή πατέρα. Καθώς κατηφόριζε στην επιστροφή, ένας κεραυνός έπεσε πάνω του, και δεν βρέθηκε ίχνος από αυτόν. Έτσι ο βδελυρός αυτός άνθρωπος έχασε και την παρούσα αλλά και την αιώνια ζωήν. Μάλιστα η θεία αυτή οργή δεν περιορίστηκε μόνο στον πατροκτόνο Διόσκορο αλλά μέχρι του ηγεμόνος Μαρκιανού έλαμψε ο κεραυνός σαν προειδοποίηση της αιωνίας κολάσεως.

Ένας ευσεβής χριστιανός, ονομαζόμενος Ουαλεντίνος, πήρε τα ιερά σώματα των δύο μαρτύρων και τιμώντας τα με ψαλμωδίες τα μετέφερε στο χωριό Γελασσόν όπου και ενταφιάστηκαν ιεροπρεπώς. Το μαρτύριο αυτών ας είναι ίαση ασθενιών και αγαλλίαση ψυχής. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Χριστού μας. Αμήν.

Περί του Αββά Σισώη

 

΄Ελεγαν περί του Αββά Σισώη, ότι, όταν επρόκειτο να πεθάνει, και ενώ ευρίσκονταν οι πατέρες της σκήτης γύρω του, έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος και είπε στους παρευρισκομένους ότι:

« Ο ΄Αγιος Αντώνιος ήλθε».

Και μετά από λίγο είπε: «να ο χορός των Προφητών ήλθε». Και πάλιν το πρόσωπο του έλαμψε περισσότερο και είπε: «να ο χορός των Αποστόλων ήλθε». Και διπλασιάστηκε ο φωτισμός του προσώπου του και άρχισε να ομιλεί με κάποιους. Τότε τον ρώτησαν οι πατέρες: «με ποιόν ομιλείς πάτερ»; Και αυτός τους απάντησε: «με τους Αγγέλους που ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή μου και τους παρακαλώ να με αφήσουν λίγο για να μετανοήσω». Και λέγουν προς αυτόν οι πατέρες: «Δεν έχεις ανάγκη μετανοίας πάτερ». Και τους απάντησε ο Αββάς Σισώης: «αλήθεια σας λέγω ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή»!!! Και έμαθαν πάντες ότι ήταν τέλειος. Και πάλι ξαφνικά έγινε το πρόσωπό του ολόλαμπρο και εφοβήθηκαν όλοι, που ήσαν κοντά του, και είπε προς αυτούς: «Βλέπετε ο Κύριος ήλθε και λέγει, φέρετε μου το σκεύος της ερήμου», και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα και γέμισε όλο το κελλί του από άρρητη ευωδία.

 

΄Ενας μοναχός εξωμολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

«΄Επεσα πάτερ. Τι να κάνω;»

«Σήκω», του είπε, με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο άγιος Γέροντας.

«Σηκώθηκα Αββά μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία», ομολόγησε με θλίψη ο αδελφός.

«Και τι σε εμποδίζει να ξανασηκωθείς;»

«Ως πότε Αββά» ρώτησε ο αδελφός.

«΄Εως ότου να σε βρή ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο όπου ευρώ σε εκεί και κρινώ σε; Μόνο εύχου στο Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.» του εξήγησε ο Αββάς Σισώης.

 

Τρία πράγματα με συγκλονίζουν, αδελφοί, έλεγε ο Αββάς Σισώης:

1. Ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

2. Η εμφάνισή μου ενώπιον του αδεκάστου Κριτού.

Και 3. Η εναντίον μου καταδικαστική απόφαση.

Οι Άγιοι Πάντες

Οι ΄Αγιοι Πάντες πρόσφεραν το σώμα τους και την ψυχή τους στο Θεό. Και όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και ό,τι είχαν και ό,τι υπήρχε γύρω τους. Γιατί άλλο είμαστε εμείς, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, άλλο αυτά που μας ανήκουν και άλλο όσα μας περιβάλλουν. Ο εαυτός μας είναι: ο νους και η ψυχή μας. Αυτά που μας ανήκουν είναι: το σώμα μας. Και αυτά που μας περιβάλλουν είναι: τα κτήματα και τα υπόλοιπα υλικά αγαθά.

Οι ΄Αγιοι, λοιπόν, Πάντες πρόσφεραν τους εαυτούς τους στο Θεό, με όλη την καρδιά τους, με όλη τη ψυχή τους με όλη τη δύναμή τους, όπως λέγει η Γραφή.(Ματθ. 22,37) Και καταφρόνησαν όχι μόνο παιδιά, γυναίκες, γονείς, συγγενείς, φίλους, δόξα, χρήμα­τα και όλη τους την περιουσία, αλλά και αυτά τα ίδια τα σώματά τους γενόμε­νοι «ολοκαυτώματα λογικά,…προσφοραί δεκταί, της αληθείας κηρύγματα, του ψεύδους στηλιτεύματα, νόμου συμπλήρωσις,…πλάνης κατάλυσις, κακίας διωγμός, αμαρτίας κατακλυσμός, κόσμου καθάρσιον» κατά τον ΄Αγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου P.G. 35,1173D)

Οι ΄Αγιοι Πάντες είναι τα «πρόβατα που γνωρίζουν το Θεό και γνωρίζονται απ΄ Αυτόν». Είναι τα «πρόβατα που ακούνε τη φωνή» Του, υπακούουν στο λόγο Του, τηρούν τις εντολές Του, αποκτούν τις θεοαρετές και γίνονται οικειότεροι στο Θεό. Και όσο οικειότεροι γίνονται τόσο περισσότερο Τον γνωρίζουν και γνωρίζονται απ΄ Αυτόν…

Το μαντρί των Αγίων Πάντων είναι από παντού ασφαλισμένο και προφυλαγμένο, όπως είπε ο Κύριος «Δεν το παραβιάζουν οι κλέφτες, ούτε το κλέβουν, ούτε τίποτε άλλο βλαβερό μπορούν να σχεδιάσουν εις βάρος του». (Ματθ. 6,20).

Ας προσευχηθούμε λοιπόν αδελφοί μου, ν΄ αξιωθούμε να πάμε και εμείς στο ίδιο κοπάδι με τους Αγίους Πάντες και να βρεθούμε στον τόπο της μακαρίας απολαύσεως και αναπαύσεως που θα τύχουν αυτοί. Γιατί, και αν ακόμα δεν φθάσουμε στην κατάσταση των Αγίων Πάντων, και δεν είμαστε άξιοι να απολαύσουμε την ίδια δόξα μ΄ εκείνους, όμως μπορούμε να μη χάσουμε τον Παράδεισο αν ζούμε με νήψη και βιάζουμε λίγο τους εαυτούς μας, όπως λέγει ο ΄Αγιος Κλήμης επίσκοπος Ρώμης: «Και αν ακόμα δεν στεφανωθεί κανείς, ας φροντίσει τουλάχιστον να μη βρεθεί μακρυά απ΄ αυτούς που στεφανώνονται».

Σε ένα παλάτι λέγει ο ίδιος ΄Αγιος υπάρχουν ανώτερες και λαμπρές τάξεις, όπως: ο βασιλιάς, η σύγκλητος, οι πατρίκιοι, οι στρατηλάτες, οι ύπαρχοι…που είναι οι τιμημένες τάξεις. Υπάρχουν όμως, στο ίδιο παλάτι, και μερικοί άλλοι που είναι εργαζόμενοι με πολύ μικρό μισθό. Παρόλα αυτά όμως θεωρούνται και αυτοί ότι είναι στην υπηρεσία του βασιλιά και βρίσκονται μέσα στο παλάτι. Και μολονότι δεν έχουν την δόξα των μεγάλων, πάντως βρίσκονται εκεί μέσα. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει να προοδεύουν σιγά-σιγά και να αξιώνονται να καταταχθούν στις ανώτερες τάξεις και να πάρουν μεγάλα αξιώματα. Κατά τον ίδιο τρόπο και εμείς, ας φροντίσουμε να ξεφύγουμε από την έμπρακτη αμαρτία, για να γλυτώσουμε τουλάχιστον από τον ΄Αδη. Και έτσι να μπορέσουμε, χάρη στη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να αξιωθούμε και αυτής της ίδιας εισόδου του Παραδείσου, με τις πρεσβείες Πάντων των Αγίων. Αμήν.

(Αββά Δωροθέου, ΄Εργα Ασκητικά, Καρέας 1991, σελ. 375 κ.ε)  

Λόγος εις την Αγίαν Πεντηκοστήν

 

 

Πριν από λίγες μέρες εορτάσαμε το Σταυρό, το Πάθος, την Ανάσταση, ύστερα από αυτά την Ανάληψη του Κυρίου Ιησού Χριστού στον ουρανό. Σήμερα όμως συναντήσαμε την ίδια την κορυφή των αγαθών, φθάσαμε στη μητρόπολη των εορτών, βρισκόμαστε στην πραγματοποίηση της υπόσχεσης του Κυρίου «Γιατί αν φύγω», λέγει «θα σας στείλω άλλον Παράκλητο και δε θα σας αφήσω ορφανούς»

Είδατε ενδιαφέρον; Είδατε άπειρη φιλανθρωπία; Πριν από λίγες μέρες ανέβηκε στον ουρανό, ξανακάθισε στο βασιλικό θρόνο, πήρε τη θέση στα δεξιά του Πατέρα και μας χαρίζει σήμερα την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και έτσι μας δίνει τα άπειρα ουράνια αγαθά. Γιατί, πες μου, ποιο απ΄ αυτά που συντελούν στη δική μας σωτηρία δεν το έχει δώσει το άγιο Πνεύμα; Αυτό μας απαλλάσσει από την πνευματική δουλεία, μας καλεί στην ελευθερία, μας οδηγεί στην υιοθεσία και γενικά, μας ξαναγεννά από την αρχή και μας ξεφορτώνει το βαρύ και αποκρουστικό φορτίο των αμαρτιών…………..

Με τη χάρη του από άνθρωποι γίναμε άγγελοι, χωρίς να αλλάξουμε τη φύση μας, αλλά, πράγμα που είναι πολύ πιο αξιοθαύμαστο, παραμένοντας στην ανθρώπινη φύση δείχνουμε αγγελική συμπεριφορά. Γιατί τέτοια είναι η δύνα­μη του Αγίου Πνεύματος. Και όπως η φωτιά που βλέπουμε, όταν παραλάβει το μαλακό πηλό, τον κάνει σκληρό κε­ρα­μίδι, έτσι ακριβώς και η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, όταν παραλάβει μια συνετή ψυχή, και αν ακόμη τη βρει πιο μα­λακή από τον πηλό, την κάνει πιο σκληρή από το σίδερο. Επίσης αυτόν που πριν από λίγο ήταν μολυσμένος από την ακα­θαρσία των αμαρτιών τον κάνει αμέσως πιο λαμπρό από τον ήλιο…. Είδες, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος; Είδες ότι εκείνους που ήταν προηγουμένως υποδουλωμένοι στις δικές τους αμαρτίες, τους ανέβασε αμέσως στην υψηλότερη τιμή; …………………………

Και έγινε ακόμη και κάτι ασυνήθιστο και παράξενο. Γιατί όπως τότε στα παλιά χρόνια γλώσσες χώρισαν την οικου­μένη και διέλυσαν την κακή συμφωνία, έτσι και τώρα γλώσσες ένωσαν την οικουμένη και οδήγησαν σε ομό­νοια αυτά που ήταν χωρισμένα. Γι΄ αυτό λοιπόν εμφανίσθηκε το ΄Αγιο Πνεύμα με μορφή γλωσσών και σαν πύρινες γλώσσες, για το αγκάθι της αμαρτίας που μεγάλωσε πολύ μέσα μας. Γιατί όπως η γη, όταν δεν καλλιεργείται , ενώ είναι γόνιμη και πλούσια, βγάζει πολλά αγκάθια, έτσι ακριβώς και η ανθρώπινη φύση, ενώ είναι καλή από το Δη­μιουργό της και κατάλληλη για τα έργα της αρετής, επειδή δε δέχθηκε το άροτρο της ευσεβείας, ούτε το σπόρο της θεογνωσίας, βλάστησε μέσα μας την ασέβεια σαν τα αγκάθια και άλλα άχρηστα φυτά. Και όπως η επιφάνεια της γης πολλές φορές δε φαίνεται από τα πολλά αγκάθια και τα άγρια χόρτα, έτσι και η ευγένεια και η αγνότητα της ψυχής μας δε φαινόταν, μέχρις ότου ήλθε ο Γεωργός της ανθρώπινης φύσης, έβαλε τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος, την καθά­ρισε και την προετοίμασε να δεχθεί τον ουράνιο σπόρο.

Τόσα πολλά και ακόμη περισσότερα υπήρξαν για μας τα αγαθά από τη σημερινή ημέρα……

 

(Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 36,331-333)

 

 

 

Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Ἐγώ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τρο­φεύς, ἐγὼ ἱμά­­τιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ κα­ταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ δια­κονῆσαι, οὐ διακο­νη­θῆναι. Ἐγὼ καὶ φί­­­λος καὶ ξένος καὶ κε­φαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλή­της διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυ­ροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πα­τρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παρα­γέ­­γονα παρὰ τοῦ Πα­τρός. Πάν­τα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ με­λος.Τί πλέον θέλεις;

(Και η μετάφραση: Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τρο­φή, εγώ ένδυμα, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο, κάθε τι το οποίο θέλεις εγώ· να μην έχεις ανάγκη από τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω· διότι ήλθα να υπη­ρε­τήσω, όχι να υπηρετηθώ. Εγώ είμαι καί φίλος, και με­λος του σώ­ματος καί κεφαλή καί αδελφός, καί αδελφή καί μη­­­τέρα, όλα εγώ· αρκεί να διά­κεισαι φιλικά προς εμένα. Εγώ έγινα πτωχός γιά σένα· έγινα καί επαίτης για σένα· ανέβηκα επάνω στόν Σταυρό για σε­να· ετάφηκα για σένα· στον ουρανό άνω γιά σένα παρακαλώ τόν Πα­τέρα· κάτω στή γή εστάλην από τον Πατέρα ως μεσολαβητής γιά σε­να. ΄Ολα γιά μένα είσαι σύ· και α­δελφός καί συγ­κληρονόμος καί φίλος καί μέλος τού σώ­ματος. Τι πε­ρισ­σότερο θέλεις; (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ  τ. 12, σελ. 34)

Χριστός Ανέστη!

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ…

του εν Αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου του Θεολόγου

Αναστάσεως ημέρα καρποφορήσωμεν ημάς αυτούς το τιμιώτατον Θεώ κτήμα και οικειότατον, αποδώμεν τη εικόνι το κατ΄ εικόνα, γνωρίσωμεν ημών το αξίωμα, τιμήσωμεν το αρχέτυπον, γνώμεν του μυστηρίου την δύναμιν και υπέρ τίνος Χριστός απέθανεν. 

(Και η μετάφραση: Είναι ημέρα της Αναστάσεως ας προσφέρουμε σαν δώρο τους ίδιους τους εαυτούς μας, το πιο πολύτιμο δημιούργημα του Θεού, ας αποκαταστήσουμε το αρχαίο κάλλος του «κατ΄ εικόνα», ας συνειδητοποιήσουμε τη μεγάλη αξία που μας έδωσε ο Θεός, ας τιμήσωμεν το Αρχέτυπο, ας μάθουμε του μυστηρίου τη δύναμη και για χάρη τίνος πέθανε ο Χριστός).

…Σήμερα είναι ημέρα λαμπρής γιορτής, ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που πέθανε και αναστήθηκε και κάρφωσε στο Σταυρό για χάρη μας την αμαρτία. Ας προσφέρουμε λοιπόν και εμείς στον Κύριο όχι θυσίες και ολοκαυτώματα μοσχαριών και προβάτων που δεν Του είναι ευάρεστα αλλά κάτι από εκείνα που Του είναι ευάρεστο: τον εαυτό μας με το να μη κάνουμε τα θελήματα που μας υπαγορεύει η σάρκα μας και ο λογισμός μας, αλλά  ζώντας πνευματικά γιατί αυτό θεωρείται ζωντανή θυσία, αγία και ευάρεστη στο Θεό. Δηλαδή, ας θυσιάζουμε τους εαυτούς μας, ας τους θανατώνουμε όλη την ημέρα, όπως όλοι οι ΄Αγιοι, για το Χριστό και Θεό μας, γι΄Αυτόν που πέθανε για χάρη μας…

Η δύναμη του μυστηρίου του θανάτου του Χριστού είναι αυτή: Επειδή αφανίσαμε μέσα μας με την αμαρτία το «κατ΄εικόνα» και νεκρωθήκαμε, γι΄ αυτό και ο Θεός, επειδή σπλαχνίστηκε το πλάσμα  και την ίδια την «εικόνα» Του, έγινε για μας άνθρωπος, και καταδέχτηκε να υποστεί θάνατο για χάρη όλων των ανθρώπων, για να επαναφέρει εμάς, τους νεκρωμένους, στη ζωή, από την οποία ξεπέσαμε με την παράβαση της εντολής… ΄Ετσι, αφού ανέβηκε και σταύρωσε πάνω στον άγιο Σταυρό Του την αμαρτία, που εξαιτίας της βγήκαμε από τον Παράδεισο…μας λύτρωσε με το ίδιο Του το Αίμα, από τη σκλαβιά πού μας είχε δεμένους ο εχθρός μας, ο διάβολος,… δηλαδή, μας άρπαξε πάλι από τα χέρια του εχθρού και, κατά κάποιο τρόπο, μας πήρε από την πρώτη σκλαβιά στη δική Του «δουλεία», αφού νίκησε και κατατρόπωσε το διάβολο…

Ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, και ας φυλάξουμε τους εαυτούς μας από την έμπρακτη αμαρτία… Γιατί δεν είναι, αλήθεια, ντροπή μεγάλη…, αφού ο Χριστός μας λύτρωσε από τον ΄Αδη με το πανάγιο Αίμα Του…να ξαναγυρίσουμε και να ρίξουμε πάλι τους εαυτούς μας στον ΄Αδη;… (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. P.G. 35,396Α και 397Β)